Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Χρύσιππος ο Σολεύς (280 - 206 π.κ.χ.)


Ο φιλόσοφος Χρύσιππος (280- 206 π.κ.χ.), γιος του Απολλωνίου, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους της Στωικής σχολής, θεωρούμενος ως ένας από τους θεμελιωτές της. Γεννήθηκε στους Σόλους ή στην Ταρσό της Κιλικίας. 

Μία παράδοση μάς τον παρουσιάζει ως επαγγελματία δρομέα. Από το 260 περίπου έζησε εξακριβωμένα στην Αθήνα σπουδάζοντας στην «Ακαδήμεια», όπου έλαβε εξαιρετική διαλεκτική παιδεία δίπλα στον Αρκεσίλαο από την Πιτάνη. Κατόπιν παρακολούθησε μαθήματα στη Στοά, με δάσκαλο τον Κλεάνθη. Όσο ακόμη εκείνος ζούσε, ο Χρύσιππος άρχισε, έχοντας ήδη αποκτήσει τα δικαιώματα του Αθηναίου πολίτου, την δική του διδακτική δραστηριότητα, μετά δε τον θάνατο του Κλεάνθους (232) έγινε αυτός αρχηγός της Στοάς και με την διδακτική και συγγραφική του δραστηριότητα απέκτησε πολύ μεγάλη φήμη στον χώρο της στωϊκής διδασκαλίας, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτός ήταν τελικά που την οδήγησε στην ολοκλήρωση. 

Υπήρξε ένας πολύ σίγουρος για τον εαυτό του άνθρωπος, και στις παραδόσεις του, παρά το ότι ομιλούσε τα Ελληνικά με την «βαρβαρίζουσα» προφορά της Κιλικίας, υπήρχε μεγάλη συρροή, ενδεικτική δε είναι η απάντησή του σε κάποιον που τον ρωτούσε σε ποιόν μπορούσε να εμπιστευθεί την παιδεία του υιού του: «σε εμένα, διότι εάν ήξερα κάποιον άλλον που να με ξεπερνά, θα είχα ήδη πάει σε αυτόν να γίνω μαθητής του».

Ο Χρύσιππος, υπήρξε ένα «τέρας» εργασίας και το συγγραφικό του έργο, όπως λέει ο Διογένης Λαέρτιος, περιελάμβανε 705 επί μέρους έργα, πολλά όμως από αυτά θα ήσαν σχεδιαγράμματα και συλλογές υλικού για προσωπική του χρήση (τα κυρίως βιβλία του υπολογίζονται σε 165, εκ των οποίων τα 119 αφορούν τη Λογική και 46 την Ηθική Φιλοσοφία). Από τα συγγράμματά του, έχουν διασωθεί ελάχιστα μεμονωμένα αποσπάσματα που αφορούν 66 μόνον έργα του (SVF, III, 194 – 205). 

Στην τολμηρή προσπάθειά  του να διαρθρώσει την στωϊκή διδασκαλία σε μια συστηματική τάξη, καθώς επίσης και να την επεξεργασθεί σε βάθος και εν μέρει ακόμη και να τη διατυπώσει με έναν καινούριο θαρραλέο τρόπο, ο οποίος από πολύ ενωρίς τον είχε φέρει σε σύγκρουση ακόμη και με τους διδασκάλους του, ο Χρύσιππος άρχισε με τη Λογική και την Γνωσιοθεωρία. Και στους δύο τομείς τον βοήθησε αρκετά η πολύ καλή γνώση των σκεπτικών διδασκαλιών της «Ακαδήμειας».

Από τους μαθητές του διακρίθηκαν ο Ζήνων από την Ταρσό και ο Διογένης από την Βαβυλώνα, οι οποίοι αργότερα ανέλαβαν τη διεύθυνση της Σχολής. 

Από τα περισσότερα από 700 έργα του (που ο πλήρης κατάλογός τους δυστυχώς δεν διασώθηκε) δύο μόνον είναι δυνατόν, κατά κάποιον τρόπο, να αποκατασταθούν από επιτομές που μας παρέδωσε ο Γαληνός («Περί Ψυχής» και «Περί Παθών»). Τα έργα του «Περί Προνοίας» και «Περί Ειμαρμένης», πραγματευόταν κεντρικά θέματα της στωϊκής Φιλοσοφίας, την αντίφαση δηλαδή μεταξύ του πεπρωμένου και της ελευθερίας της βουλήσεως, την διδασκαλία για τις κύριες και δευτερεύουσες αιτίες, καθώς και για την σύνδεσή τους. Το έργο του δε «Περί Θεών», προωθούσε την αλληγορική ερμηνεία των θεολογικών μύθων.

Μέσα στα έργα του, υπήρχαν επίσης κείμενα για την εξήγηση των ονείρων και για τις παροιμίες. Τρία ευρύτερα αποσπάσματα σώθηκαν στους απανθρακωμένους παπύρους του ιταλικού Ηρακλείου (Ερκουλάνου, Herculaneum). Ασχολήθηκε επίσης επισταμένως με την Γραμματική. Όπως γράφει ο Κρόχ: «την διαλεκτική του προπαίδεια την μαρτυρούσε το γεγονός ότι πραγματεύθηκε δύο φορές, από διαφορετική κάθε φορά σκοπιά, το θέμα της αντιληπτικής μας ικανότητας,  λ.χ. Κατά της Συνηθείας, Περί της Συνηθείας».

Ο Χρύσιππος, θεωρείται ο εισηγητής του όρου «Τέλος» για τον επανακαθορισμό του σκοπού του ανθρώπου, τον οποίο διεύρυνε ως τρόπο ζωής που βρίσκεται σε συμφωνία και αρμονία προς τα όσα συμβαίνουν μέσα στην Φύση (δηλαδή το «ΖΗΝ ΚΑΤ’ ΕΜΠΕΙΡΙΑΝ ΤΩΝ ΦΥΣΕΙ ΣΥΜΒΑΙΝΟΝΤΩΝ» Διογένης Λαέρτιος, VII 87) και επίσης ρυθμίζεται σύμφωνα με την πείρα που παρέχει ο έξω κόσμος αλλά και η εσωτερική φύση. Ο Χρύσιππος, κατέθεσε τον τελειότερο και ακριβέστερο ορισμό του ανθρώπινου «Τέλους» (βλ. το κατωτέρω απόσπασμα από τον Διογένη Λαέρτιο, VΙΙ 88), στον οποίο τονίζεται όλως ιδιαιτέρως η αρμονία του τρόπου ζωής προς την πείρα που ο άνθρωπος αποκτά μέσα από τις εκδηλώσεις της Φύσεως, αλλά και ο οφειλόμενος σεβασμός προς τον Παγκόσμιο Νόμο ο οποίος άρχει επί όλων των όντων και κατοικεί μέσα σε αυτά και συγκρατεί σε ένα θαυμαστό, εύτακτο και οργανικό σύνολο το Παν (μέσα στον άνθρωπο η δύναμη αυτή καλείται «Δαίμων» και αποστολή της είναι να ρυθμίζει τις ανθρώπινες πράξεις).

Στην Κοσμολογία του ο Χρύσιππος επεξήγησε την διαφορά μεταξύ αρχών και στοιχείων, όπως αναφέρει ο Διογένης Λαέρτιος (VII, 134). Οι αρχές είναι αγέννητες, άφθαρτες και άμορφες, ενώ τα στοιχεία λαμβάνουν μορφές και καταστρέφονται κατά την εκπύρωση. Το ποιούν είναι ο λόγος μέσα στην ύλη, ο Θεός, ο οποίος, παραμένοντας πάντα ο ίδιος, δημιουργεί με την ύλη τα ξεχωριστά πράγματα. (SVF, Β, 111, 5-14).

Για την ύπαρξη των Θεών, ο Χρύσιππος υποστηρίζει ότι «εάν υπάρχει κάτι στον Κόσμο που ο νους, η λογική, η δύναμη και η εξουσία του ανθρώπου δεν μπορούν να το έχουν δημιουργήσει, αυτό που το δημιούργησε είναι ανώτερο του ανθρώπου. Τα ουράνια σώματα και καθετί που παρουσιάζει αιώνια κανονικότητα δεν είναι ανθρώπινα δημιουργήματα, άρα αυτό που τα δημιούργησε είναι ανώτερο του ανθρώπου» (Χρύσιππος, όπως διασώζεται από τον Κικέρωνα στο De Natura Deorum, 2, 16) και αναφορικά με τον Θεό Δία γράφει ότι «ο Ζεύς αποτελεί την κοινή φύση των πάντων, καθώς και τη μοίρα και την ανάγκη των μελλουμένων να συμβούν. Είναι επίσης το πυρ και ο αιθήρ, καθώς και τα ρευστά ή τα σε διαρκή κίνηση στοιχεία, όπως το ύδωρ, ο αέρας, ο ήλιος, η σελήνη και τ’ άστρα, και αποτελεί το Όλον που αγκαλιάζει τα πάντα»(Χρύσιππος, όπως διασώζεται στον Κικέρωνα, De Natura Deorum, 1, 39).

Σε ό,τι αφορά τα ανθρώπινα πράγματα, ο Χρύσιππος όρισε την Φιλοσοφία ως «ενασχόληση με την ορθή λειτουργία του λόγου» («επιτήδευσις λόγου ορθότητος», SVF, 3, 293) και υποστήριξε επίσης ότι τίποτε δεν συμβαίνει χωρίς αιτία, αλλά απλώς οι άνθρωποι δεν μπορούν να ανακαλύπτουν την κάθε αιτία (SVF 2, 351). Όρισε επίσης την «Εύροια Βίου» ως την ψυχική κατάσταση, κατά την οποία κανείς πόνος, αγωνία και φόβος δεν αναδύεται απέναντι στα συμβαίνοντα του παρόντος, αλλ’ αντιθέτως κυριαρχεί διαρκής εσωτερική γαλήνη, ειρήνη, αρμονία και ηδονή, ο δε σκοπός του ανθρωπίνου βίου περιγράφεται με τα εξής λόγια: «Ο σκοπός (το «Τέλος») του ανθρώπου είναι να διάγει τον βίο του όχι συμφώνως προς τις υποδείξεις της δικής του φύσεως, αλλά, γενικώς, της καθολικής Φύσεως, δηλαδή της κοινής για όλους, η οποία εμπερικλείει σύμπαντα τον Όλο Κόσμο και πρέπει συνεπώς να αποφεύγει ο άνθρωπος κάθε τι που απαγορεύει ο κοινός Νόμος, ο οποίος είναι ο Ορθός Λόγος που διέρχεται μέσα από τα πάντα και ταυτίζεται προς τον Δία, καθώς μόνον εκείνος είναι που κατευθύνει την σκοπιμότητα που διέπει τα πάντα» (Διογένης Λαέρτιος, VΙΙ 88).

Στην προσπάθειά του να χαράξει με ακρίβεια τα όρια μεταξύ της δικής του Σχολής και της υπό τον πρώην δάσκαλό του Αρκεσίλαο τον Πιταναίο νέας «Ακαδήμειας» (που διεκήρυσσε ότι «την απόλυτη αλήθεια είναι αδύνατον να συλλάβει ο ανθρώπινος νους» και έτεινε πλέον στον σκεπτικισμό και την ανατροπή κάθε παραδεδομένης γνώσεως), αλλά και να καταπολεμήσει επίσης τα σοφίσματα της Εριστικής Σχολής των Μεγαρέων, δοκίμασε να οικοδομήσει και να στερεώσει ένα πλήρες στωϊκό σύστημα, με αποτέλεσμα να ονομασθεί, από την αρχαιότητα κιόλας, «επανιδρυτής» της Στοάς («δίχως τον Χρύσιππο δεν θα υπήρχε Στοά», «ΕΙ ΜΗ ΓΑΡ ΗΝ ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ, ΟΥΚ ΑΝ ΗΝ ΣΤΟΑ», τόνιζε ο Διογένης Λαέρτιος).

Οι οπαδοί του εκτίμησαν και θαύμασαν ιδιαίτερα τον αναγκαίο (για την καταπολέμηση της ανταγωνιστικής τότε Εριστικής Σχολής των Μεγάρων και του σκεπτικισμού της «Ακαδήμειας») πολεμικό δογματισμό του, που ωστόσο στηριζόταν σε μία πολύ λεπτή και ανωτάτου επιπέδου διαλεκτική (δεν είναι τυχαίο δε, το ότι αρκετοί έλεγαν πως «αν οι Θεοί κάνουν διαλεκτική, θα χρησιμοποιούν προφανώς την διαλεκτική του Χρυσίππου» !! «..ΕΙ ΠΑΡΑ ΘΕΟΙΣ ΗΝ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ, ΟΥΚ ΑΝ ΑΛΛΗΝ ΗΝ Ή Η ΧΡΥΣΙΠΠΟΥ» Διογένης Λαέρτιος, 7, 180), και τού έδωσαν επίσης τον τίτλο «κοφτερή λεπίδα για τις ακαδημαϊκές παγίδες».

Μετά τον θάνατό του σε πολύ προχωρημένη ηλικία (λέγεται ότι πέθανε από ανακοπή κατά την διάρκεια σφοδρού γέλιου), δύο ανδριάντες του στην Αθήνα θύμιζαν στις επόμενες γενιές την μεγάλη πνευματική αξία αυτού του διδασκάλου, τον οποίο η πόλη είχε ανακηρύξει πολίτη της ενόσω ακόμα ζούσε.

Ο ίδιος έτρεφε περιφρόνηση για τους μεγάλους ηγεμόνες της εποχής του, ακόμη και για εκείνους που επιζητούσαν να έχουν ως συμβούλους φιλοσόφους, δεν αφιέρωσε ποτέ κανένα βιβλίο του σε βασιλείς και αρνήθηκε να δεχθεί, μαζί με τον Σφαίρο, την πρόσκληση του βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίου να επισκεφθεί την Αυλή του. Μία πολεμική ενάντια στο έργο του δημοσίευσε τον 2ο μεταχριστιανικό αιώνα ο επικούρειος Διογενιανός από την Ηράκλεια του Πόντου, αποσπάσματα της οποίας χρησιμοποίησε αργότερα ο χριστιανός Ευσέβιος.

ΔΕΙΓΜΑ ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑΣ:
«Περί Ψυχής» (σώζεται επιτομή από τον Γαληνό)
«Περί Θεών»
«Περί Παθών» (σώζεται επιτομή από τον Γαληνό)
«Περί Προνοίας»
«Περί της Συνηθείας»
«Κατά της Συνηθείας»
«Περί Λογικών Ζητημάτων»
«Περί Ειμαρμένης»
«Περί Προσηγοριών»
«Περί Αποφατικών, προς Αρισταγόραν»
«Περί των Πέντε Πτώσεων»
«Περί Σολοικισμών»
«Περί Συντάξεως των Λεγομένων»


Πηγή: http://rassias.wordpress.com
Blog Widget by LinkWithin

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου