Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Κλεάνθης ο Άσσιος (331 - 232 π.κ.χ)


Ο Κλεάνθης ο Άσσιος (από την Άσσο της Τρωάδος, 331/330-232 π.κ.χ), υιός του Φανίου, υπήρξε αφοσιωμένος μαθητής, επί 19 ολόκληρα έτη, και, εν τέλει, διάδοχος του Ζήνωνος, ως ο δεύτερος κατά σειράν διδάσκαλος της Αρχαίας Στοάς. Πρώην πυγμάχος αθλητής, έφθασε στην Αθήνα γύρω στο έτος 282, με μόνον 4 δραχμές στο πουγκί του, όπου εσπούδασε Φιλοσοφία υπό τον κυνικό Κράτητα αλλά κυρίως υπό τον Ζήνωνα επί 14 πλήρη έτη, όντας υποχρεωμένος, κατά την παράδοση, να κερδίζει τα προς το ζην με νυκτερινή εργασία αρτεργάτου ή άντληση ύδατος για λογαριασμό ενός κηπουρού (για αυτό και κάποιοι τον κορόϊδευαν, αλλάζοντας το όνομά του σε... Φρεάντλη). Λέγεται ότι οι Αθηναίοι πολίτες, παρατηρώντας ότι ήταν υγιής και δυνατός και παρευρίσκετο ανελειπώς στις παραδόσεις του Ζήνωνος, παρά το ότι δεν είχε φανερούς οικονομικούς πόρους, τον παρέπεμψαν στον Άρειο Πάγο, κατά τα νόμιμα της πόλεως, ώστε να εξηγήσει από που αντλούσε τα προς το ζήν. Όταν κατέθεσαν υπέρ του ο κηπουρός για λογαριασμό του οποίου αντλούσε ύδωρ και η γυναίκα στον αλευρόμυλο και φούρνο της οποίας εργαζόταν, οι δικαστές συνεκινήθηκαν σε τέτοιον βαθμό για την αφοσιώσή του στην Φιλοσοφία, ώστε εψήφισαν να του χορηγηθούν τιμής ένεκεν δέκα μναί από το ταμείο της πόλεως (ο Ζήνων, δεν του επέτρεψε ωστόσο να δεχθεί το χρηματικό βραβείο).

Ο Κλεάνθης ήταν άνθρωπος μεγάλης σωματικής ρώμης (κάποιοι τον αποκαλούσαν "Δεύτερο Ηρακλέα") και εξαιρετικά πνευματώδης (απάντησε κάποτε σε κάποιον που τον είχε αποκαλέσει "γάϊδαρο" ότι μόνον αυτός θα μπορούσε να σηκώσει το.. σαμάρι του Ζήνωνος). Υπήρξε μία αξιοσέβαστη προσωπικότης, πλήρης πνευματικότητος και λέγεται μάλιστα ότι, στα βαθιά του γεράματα, σε ηλικία 99 ετών, ήταν αυτός ο ίδιος που έδωσε τέλος στη ζωή του, παύοντας να λαμβάνει οποιαδήποτε τροφή (πολύ αργότερα, η Ρωμαϊκή Σύγκλητος έστησε προς τιμήν του φιλοσόφου αυτού, ένα άγαλμά του στην ιδιαιτέρα πατρίδα του). Τον διεδέχθη μετά από 32ετή σχολαρχεία ο μαθητής του Χρύσιππος από τους Σόλους. 
Ο Διογένης Λαέρτιος, διασώζει έναν κατάλογο 50 έργων του, που από τον Hans von Armin επεξετάθη σε 57 εν συνόλω, στην πλειονότητά τους ηθικού περιεχομένου (ανάμεσά τους και ερμηνευτικά έργα στον Όμηρο και στον Ηράκλειτο τον Εφέσιο): "Περί Χρόνου", "Περί της του Ζήνωνος φυσιολογίας", "Ερωτική Τέχνη", "Αρχαιολογία", "Περί Ευβουλίας", "Ηρακλείτου Εξηγήσεις", "Περί Αισθήσεως", "Περί Τέχνης", "Περί Αρετών", "Περί Ελευθερίας", "Περί Νόμων", "Περί Επιστήμης", "Περί του ότι η Αυτή Αρετή Ανδρός και Γυναικός", "Περί Διαλεκτικής" κ.ά.

Η φιλοσοφική διαστηριότης του Κλεάνθους, είχε συντηρητικά χαρακτηριστικά, καθώς δεν ανέπτυξε περαιτέρω τις διδασκαλίες του Ζήνωνος, αλλά απλώς τις διεφύλαξε πιστά. Ο διάδοχος τους Ζήνωνος δημιουργεί απλώς υποκατηγορίες στην στωϊκή τριχοτόμηση της Φιλοσοφίας, θέτοντας την Διαλεκτική και Ρητορική υπό την Λογική και απλώνοντας την Ηθική με την πρόσθεση της Πολιτικής (μελέτη των Ηθικών Αρχών του βίου και των συνταντικών Αρχών της Πολιτείας) και την Φυσική με την πρόσθεση της Θεολογίας. Ο Κλεάνθης προσυπογράφει τις θέσεις του διαδασκάλου του, ότι το κάθε ανθρώπινο ον οφείλει να έχει στη ζωή του τον ίδιο ανώτερο και ηθικό προορισμό, να επιδιώκει τον ίδιο σκοπό του "ομολογουμένως ζήν" και να λαμβάνει την ίδια αμοιβή, απλώς τα μέσα και οι διαδρομές προς την επίτευξη του σκοπού είναι διαφορετικά από άνθρωπο σε άνθρωπο, αν και από την Φύση έχουν διανεμηθεί κατά δίκαιο και αμερόληπτο τρόπο. Η Φύση δεν κάνει διακρίσεις, παραγκωνισμούς και αδικίες αλλά για όλους ισχύουν οι ίδιοι νόμοι και όλοι είναι τέκνα της ίδιας Αρχής. Δικόν του δρόμο ο Κλεάνθης ακολούθησε μόνο στην αξιολόγηση του Ηλίου (αντί του Αιθέρος) ως Ηγεμονικού του Κόσμου, στην Κοσμογονία και την Ηθική του. Σε αυτόν ανάγεται η (διευρυνθείσα εν σχέσει προς τον Ζήνωνα) διατύπωση - έκφραση για το "Τέλος", κατά την οποία ο στωϊκός πρέπει να ζει σε απόλυτη εσωτερική συμφωνία (ομολογία) προς την Φύση, προσέθεσε δε στον όρο του Ζήνωνος το "τήι Φύσει", βελτιώνοντάς τον σε "ομολογουμένως τήι Φύσει ζήν" (ΚΛΕΑΝΘΗΣ ΓΑΡ ΠΡΩΤΟΣ ΔΙΑΔΕΞΑΜΕΝΟΣ ΑΥΤΟΥ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΙΝ, ΠΡΟΣΕΘΗΚΕ ΤΗι ΦΥΣΕΙ ΚΑΙ ΟΥΤΩΣ ΑΠΕΔΩΚΕ: ΤΕΛΟΣ ΕΣΤΙ ΤΟ ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝΩΣ ΤΗΙ ΦΥΣΕΙ ΖΗΝ").

Από όλα του τα έργα, διεσώθη από το Στοβαίο μόνον ο "Ύμνος εις Δία", μία προσπάθεια να τεθεί η ποίηση στην υπηρεσία της φιλοσοφικής γνώσεως. Ο Κλεάνθης, ο οποίος πρώτος υιοθέτησε στην περιγραφή της Θεότητος και του Κόσμου ανοικτά την θέση του "προπάτορος" Ηρακλείτου περί του Πυρός που αποτελεί την πρώτη Αιτία εκ της οποίας τα πάντα προέρχονται και στην οποία όλα επιστρέφουν, υμνεί στο πρόσωπο του Θεού Διός τον "Λόγο" του Όλου Κόσμου (τη Σχέση δηλαδή, στη μορφή του "Πυρός που διακατέχει το Όλον"), ως την λογική και τον κυρίαρχο του Παντός, από τον νόμο του οποίου παρεκκλίνουν μόνον οι μωροί. Με τον τρόπο αυτόν, εδόθη απάντηση στο δύσκολο ερώτημα σχετικά με την αρχή του λεγομένου Κακού. Ο "Ύμνος εις Δία" άσκησε μεγάλη επίδραση επάνω στον Ύμνο του Αράτου Σολέως, ενώ ο πραγματικός ιδρυτής του Χριστιανισμού Σαούλ - Σαύλος, επεχείρησε την ιδιοποίηση ενός στίχου του (βλ. σχετικώς "Πράξεις των Αποστόλων" 17, 28).

Από το βιβλίο του Βλάση Ρασσιά - "Θεοίς Ζυζήν", εκδόσεις Ανοιχτή Πόλη




Ύμνος εις Δία

κύδιστ᾽ ἀθανάτων, πολυώνυμε παγκρατὲς αἰεὶ
Ζεῦ φύσεως ἀρχηγέ, νόμου μετὰ πάντα κυβερνῶν,
χαῖρε• σὲ γὰρ πάντεσσι θέμις θνητοῖσι προσαυδᾶν.
ἐκ σοῦ γὰρ γενόμεσθα, θεοῦ μίμημα λαχόντες
μοῦνοι, ὅσα ζώει τε καὶ ἕρπει θνήτ᾽ ἐπὶ γαῖαν•
τῷ σε καθυμνήσω, καὶ σὸν κράτος αἰὲν ἀείσω.
σοὶ δὴ πᾶς ὅδε κόσμος ἑλισσόμενος περὶ γαῖαν
πείθεται ᾗ κεν ἄγῃς, καὶ ἑκὼν ὑπὸ σεῖο κρατεῖται•
τοῖον ἔχεις ὑποεργὸν ἀνικήτοις ἐνὶ χερσὶν
ἀμφήκη πυρόεντ᾽ αἰειζώοντα κεραυνόν•
τοῦ γὰρ ὑπὸ πληγῇς φύσεως πάντ᾽ ἔργα τελεῖται•
ᾧ σὺ κατευθύνεις κοινὸν λόγον, ὅς διὰ πάντων
φοιτᾷ μιγνύμενος μεγάλῳ μικροῖς τε φάεσσιν
‹ὅς τόσσος γεγαὼς ὕπατος βασιλεὺς διὰ πάντος.›
οὐδέ τι γίγνεται ἔργον ἐπὶ χθονὶ σοῦ δίχα, δαῖμον,
οὔτε κατ᾽ αἰθέριον θεῖον πόλον, οὔτ᾽ ἐνὶ πόντῳ,
πλὴν ὁπόσα ῥέζουσι κακοὶ σφετέραισιν ἀνοίαις.
ἀλλὰ σὺ καὶ τὰ περισσὰ ἐπίστασαι ἄρτια θεῖναι,
καὶ κοσμεῖν τἄκοσμα, καὶ οὐ φίλα σοὶ φίλα ἐστίν.
ὧδε γὰρ εἰς ἕν πάντα συνήρμοκας ἐσθλὰ κακοῖσιν,
ὥσθ᾽ ἕνα γίγνεσθαι πάντων λόγον αἰὲν ἐόντα.
ὅν φεύγοντες ἐῶσιν ὅσοι θνητῶν κακοί εἰσιν,
δύσμοροι, οἵ τ᾽ ἀγαθῶν μὲν ἀεὶ κτῆσιν ποθέοντες
οὔτ᾽ ἐσορῶσι θεοῦ κοινὸν νόμον οὔτε κλύουσιν,
ᾧ κεν πειθόμενοι σὺν νῷ βίον ἐσθλὸν ἔχοιεν•
αὐτοὶ δ᾽ ἐπὶ κερδοσύνας τετραμμένοι οὐδενὶ κόσμῳ
ἄλλοι δ᾽ εἰς ἄνεσιν καὶ σώματος ἡδέα ἔργα
. . . . . . ‹ἐπ᾽ ἄλλοτε δ᾽ ἄλλα φέρονται,
σπεύδοντες μάλα πάμπαν ἐναντία τῶνδε γενέσθαι.›
ἀλλὰ Ζεῦ πάνδωρε κελαινεφὲς ἀργικέραυνε,
ἀνθρώπους ῥύου ‹μὲν› ἀπειροσύνης ἀπὸ λυγρῆς•
ἥν σύ, πάτερ, σκέδασον ψυχῆς ἄπο, δὸς δὲ κυρῆσαι
γνώμης, ᾗ πίσυνος σὺ δίκης μέτα πάντα κυβερνᾷς,
ὄφρ᾽ ἂν τιμηθέντες ἀμειβώμεσθά σε τιμῇ,
ὑμνοῦντες τὰ σὰ ἔργα διηνεκές, ὡς ἐπέοικε
θνητὸν ἐόντ᾽, ἐπεὶ οὔτε βροτοῖς γέρας ἄλλο τι μεῖζον
οὔτε θεοῖς, ἢ κοινὸν ἀεὶ νόμον ἐν δίκῃ ὑμνεῖν.



Των Αθανάτων όλων ενδοξώτερε, πολυώνυμε και αιώνιε Παντοκράτορα Ζεύ, της φύσεως αρχηγέ που τα πάντα κυβερνάς με το Νόμο, χαίρε !
Γιατί σε εσένα πρέπει να απευθύνονται όλοι οι θνητοί.
Γιατί από εσένα βαστάει η γενιά μας και εσύ είσαι που εδώρισες τη λαλιά μόνο σε εμάς από όσα θνητά ζούν και κινούνται επάνω στη γή μας.
Για αυτό θα σε δοξάζω και πάντα την ισχύ σου θα υμνώ.
Σ’εσένα υπακούει όλος ο Κόσμος που γύρω από την γή γυρίζει, όπου κι αν τον πάς, και με τη θέλησή του από εσένα κυβερνάται. Και στ’ανίκητά σου χέρια όπλο κρατείς δίκοπο, πυρόεντα και αιώνια ζωντανό τον κεραυνό απ’του οποίου το κτύπημα γεννιούνται τα πάντα στη Φύση.
Μ’ αυτόν κατευθύνεις τον Παγκόσμιο Νόμο,ο οποίος εγκατοικεί στα πάντα και τα φωτίζει με μικρές ή μεγάλες λάμψεις.
Εσύ ο μέγας, ύπατος και αιώνιος βασιλεύς που τίποτε επάνω στην γη, σοφέ Θεέ, δεν γίνεται δίχως εσένα ούτε στων ουρανών την αιθέρια άκρη, ούτε στις θάλασσες, εκτός από τα έργα των κακών για τα οποία η ανοησία τους ευθύνεται.
Εσύ όμως και τα πράγματα μπορείς να αλλάζεις και να κοσμείς τα άκοσμα και ό,τι σ’εχθρεύεται να τ’αγαπάς Γι’ αυτό και συνένωσες αρμονικά σε συμφωνία τα καλά και τα κακά ώστε ένας να είναι ο Νόμος ο Αιώνιος που από αυτόν απομακρύνονται και τον προσβάλλουν όσοι από τους θνητούς είναι κακοί.
Οι δύσμοιροι ! που μόνο τα επίγεια αγαθά ποθούνε και δεν κατανοούν τον θεϊκό Παγκόσμιο Νόμο, μήτε τον ακούνε παρά το ότι αν το ‘καναν, θ’απολάμβαναν βίον ευτυχισμένο.
Μα αυτοί από άθλιες επιθυμίες παρασύρονται πότε στη μία αισχρότητα και πότε στην άλλη, οι μεν, έχοντες μανία για γρήγορη και ματωμένη δόξα οι δε, στρεφόμενοι σε άκοσμες κερδοσκοπίες και άλλοι σε πολυτέλειες και σε φιληδονίες.
Αλλά Ζεύ, εσύ πολύδωρε, κεραυνοφόρε κάτοικε των σκοτεινών νεφών τους ανθρώπους σώσε από την ελεεινή τους αμάθεια και σκόρπισέ την μακριά από την ψυχή μας χαρίζοντάς μας επίσης την σοφία στην οποία εσύ βασίζεσαι και με ικαιοσύνη τα πάντα κυβερνάς.
Την τιμή αυτή αν μας κάνεις όμοια εμείς θ’ανταποδώσουμε υμνώντας στο διηνεκές τα έργα Σου όπως εμείς οι θνητοί οφείλουμε διότι μήτε γι’ ανθρώπους μήτε για Θεούς υπάρχει μεγαλύτερη τιμή από το να υμνούν, όπως είναι δίκαιο, τον Παγκόσμιο Νόμο.




Blog Widget by LinkWithin

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου