Σάββατο 16 Ιουνίου 2012

Πυγμή - Αγώνισμα ολυμπιακών αγόνων


Η πυγμή (πυγμαχία), ένα από τα παλαιότερα αθλήματα, συμπεριλήφθηκε στα ολυμπιακά αγωνίσματα το 688 π.κ.χ. και η πυγμή παίδων εισήχθη στο ολυμπιακό πρόγραμμα το 616 π.κ.χ. Η πυγμαχία πρωτοαναφέρεται στην Ιλιάδα, ως ένας από τους αγώνες που διοργανώθηκαν προς τιμήν του νεκρού Πατρόκλου, όπου νίκησε ο Επειός, και στην Οδύσσεια στους αγώνες στο νησί των Φαιάκων. Στη μυθολογία ως ιδρυτής του αγωνίσματος αναφέρεται ο Απόλλωνας, ο οποίος νίκησε και σκότωσε το Φόρβαντα, έναν πυγμάχο που προκαλούσε τους ταξιδιώτες που περνούσαν από τους Δελφούς να αναμετρηθούν μαζί του. Ο Απόλλωνας, επίσης, νίκησε σε αγώνα πυγμής και τον Άρη στην Ολυμπία.

Πρότυπο πυγμαχικού αγώνα στη μυθολογία ήταν εκείνος ανάμεσα στον Πολυδεύκη και τον Άμυκο, το βασιλιά των Βεβρύκων από τη Βιθυνία του Εύξεινου Πόντου. Ο βασιλιάς προκαλούσε όλους τους ξένους που περνούσαν από τη χώρα του να πυγμαχήσουν μαζί του και κατά τη διάρκεια του αγώνα τούς σκότωνε. Ο Πολυδεύκης αποδείχτηκε πολύ σκληρός αντίπαλος για τον Άμυκο, τον οποίο νίκησε και υποχρέωσε να ορκιστεί ότι θα επέτρεπε στους ταξιδιώτες ελεύθερη και ασφαλή διέλευση από τη χώρα του.

Ο εξοπλισμός της πυγμής
Προκειμένου να κρατούνται σταθεροί οι καρποί και οι αρθρώσεις των δακτύλων, οι πύκτες (πυγμάχοι) -ήδη από τα ομηρικά χρόνια έως και τον 5ο αι. π.κ.χ.- τύλιγαν στα χέρια ιμάντες, τα στρόφια ή μειλίχαι. Ήταν λωρίδες από μαλακό δέρμα βοδιού, μήκους 3 μ. περίπου, τις οποίες και άλειφαν με λάδι ή λίπος για να διατηρούνται μαλακές. Τύλιγαν τους ιμάντες γύρω από τις πρώτες κλειδώσεις των δαχτύλων και μετά τους περνούσαν διαγώνια, από την παλάμη μέχρι το πάνω μέρος του χεριού, αφήνοντας τον αντίχειρα ακάλυπτο. Στη συνέχεια, τους έδεναν γύρω από τον καρπό ή ψηλά στο βραχίονα με μια θηλιά. Τον 4ο αι. π.κ.χ. οι ιμάντες που κάλυπταν την πρώτη φάλαγγα των δακτύλων ενισχύθηκαν με σκληρότερο δέρμα εξωτερικά και μαλλί εσωτερικά (σφαίραι) και χρησιμοποιούνταν περισσότερο στην προπόνηση.
Από τον 4ο αι. π.κ.χ. έως και το 2ο αι. π.κ.χ., οι πυγμάχοι άρχισαν να φορούν ένα είδος γαντιού που αποτελούνταν από δερμάτινες λωρίδες τυλιγμένες εκ των προτέρων, τους οξείς ιμάντες. Η ρωμαϊκή εφεύρεση του caestus, ενός γαντιού πυγμαχίας ενισχυμένου με σίδερο και μολύβι, μεταμόρφωσε την ελληνική τέχνη της πυγμαχίας σε έναν απάνθρωπο και φονικό αγώνα.

Οι κανόνες της πυγμής
Οι ακριβείς κανόνες της πυγμής είναι άγνωστοι. Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι δεν επιτρέπονταν οι λαβές, τα χτυπήματα στα γεννητικά όργανα, η ενίσχυση των ιμάντων με πρόσθετα στρώματα λωρίδων και η χρήση λωρίδων από χοιρόδερμα. Οι διαιτητές εξέταζαν τις λωρίδες πριν από κάθε αγώνα. Κατά τη διάρκεια της προπόνησης οι πυγμάχοι προστάτευαν τα αυτιά τους φορώντας ένα δερμάτινο κάλυμμα, τις αμφωτίδες ή επωτίδες.

Η πυγμή στην αρχαιότητα διέφερε κατά πολύ από τη σύγχρονη. Η κατηγοριοποίηση των πυγμάχων ανάλογα με το βάρος τους ήταν άγνωστη. Αντίθετα, αγωνίζονταν με οποιονδήποτε εκλεγόταν με κλήρο. Επιπλέον, δεν είναι γνωστός ο χώρος διεξαγωγής του αγώνα. Γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι δεν υπήρχε χρονικό όριο στη διάρκεια του αγώνα. Οι αντίπαλοι μάχονταν μέχρι να εγκαταλείψει ο ένας από τους δύο, σηκώνοντας το χέρι με το δείκτη τεντωμένο, για να δείξει ότι παραδεχόταν την ήττα, ή πέφτοντας στο έδαφος. Μερικές φορές, και με τη συναίνεση των δύο αντιπάλων, ο διαιτητής τούς άφηνε λίγο χρόνο για ν' ανακτήσουν τις δυνάμεις τους.

Φαίνεται ότι εκτιμούσαν αρκετά τα καλά χτυπήματα στο κεφάλι, ενώ η θέση του πυγμάχου σε σχέση με τον ήλιο ήταν ιδιαίτερης σημασίας. Αν ο ένας από τους δύο κατάφερνε να υποχρεώσει τον αντίπαλό του να στραφεί προς τον ήλιο, κέρδιζε ένα πλεονέκτημα, καθώς εκείνος τυφλωνόταν από τη λάμψη. Όταν ένας αγώνας διαρκούσε πολύ και δεν αναδεικνυόταν νικητής, οι δύο αντίπαλοι είχαν τη δυνατότητα να μπουν στη διαδικασία της κλίμακος. Σ' αυτήν κάθε πυγμάχος στεκόταν ακίνητος και δεχόταν ένα χτύπημα από τον αντίπαλό του, χωρίς να κάνει προσπάθεια να το αποφύγει. Νικητής ανακηρυσσόταν όποιος έβγαζε τον αντίπαλό του εκτός αγώνα ή τον οδηγούσε σε παραδοχή της ήττας του.
  
Ο πύκτης (πυγμάχος)
Κατά το Φιλόστρατο, ο καλός πυγμάχος έπρεπε να έχει μακριά και δυνατά χέρια, δυνατούς ώμους, ψηλό λαιμό και ισχυρούς κι ευλύγιστους καρπούς. Ελαττώματα θεωρούνταν το χοντρό καλάμι του ποδιού (μειώνει την ευκινησία) και το μεγάλο στομάχι (δεν επιτρέπει τις μαλακές κινήσεις). Επιπλέον, ο πυγμάχος έπρεπε να έχει επιμονή, υπομονή, αντοχή, ισχυρή θέληση και σθένος.

Οι αλλαγές στους ιμάντες επέφεραν σημαντικές τροποποιήσεις στην τεχνική του αγωνίσματος. Παλαιότερα, που οι ιμάντες ήταν μαλακοί, η πυγμαχία απαιτούσε ευκινησία, ικανότητα, ευελιξία και καλή τεχνική, όταν όμως υιοθετήθηκαν οι οξείς ιμάντες, οι πυγμάχοι έδιναν μεγαλύτερη προσοχή στην άμυνα και ο αγώνας έγινε πιο αργός, με μεγαλύτερη έμφαση στην ωμή δύναμη παρά στην επιδεξιότητα.

Πολυάριθμα σατιρικά ποιήματα και επιγράμματα γράφτηκαν με αφορμή την παραμόρφωση των προσώπων των πυγμάχων.

Διάσημοι πυγμάχοι της αρχαιότητας ήταν ο Διαγόρας από τη Ρόδο, ο Μελαγκόμας από την Καρία, ο Κλεόξενος από την Αλεξάνδρεια, ο Ιππόμαχος από την Ηλεία και ο Γλαύκος από την Κάρυστο.

Blog Widget by LinkWithin

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου