Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Αρχαίο Θέατρο Δημητριάδος στο Βόλο


Το θέατρο της Δημητριάδος κατασκευάστηκε ταυτόχρονα με την ίδρυση της πόλης (το 294-2 π.κ.χ.) από τον Μακεδόνα βασιλέα Δημήτριο Πολιορκητή. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα το θέατρο περιέπεσε σε αχρηστία λόγω καταστροφών του (από την τελευταία εικοσιετία του 2ου αι. π.κ.χ. έως πιθανόν το 79 μ.κ.χ.) και μετά από μια μεγάλη ανακαίνιση λειτούργησε μέχρι την τελική του εγκατάλειψη τον 4ο αι. μ.κ.χ., όταν με την επικράτηση των νέων κοινωνικοπολιτικών δομών στην πόλη, το θέατρο σταμάτησε να φιλοξενεί εκδηλώσεις της δημόσιας ζωής.

Το θέατρο της Δημητριάδος έχει όλα τα βασικά χαρακτηριστικά των ελληνιστικών θεάτρων, δηλαδή, το κοίλο, την ορχήστρα και το σκηνικό οικοδόμημα.

Σύμφωνα με τα λιγοστά αρχιτεκτονικά μέλη που σώθηκαν από το θριγκό του ελληνιστικού προσκηνίου του θεάτρου, στάθηκε δυνατό να γίνει γνωστή η μορφή του προσκηνίου της σκηνής, που ανήκει σε μια από τις αρχιτεκτονικές φάσεις της ελληνιστικής περιόδου.

Ένας ελληνιστικός κυλινδρικός βωμός με βουκράνια και γιρλάντες βρισκόταν στη μέση της ορχήστρας, ενώ στην περιφέρειά της ήταν στημένα ψηφίσματα της Δημητριάδος και του Κοινού των Μαγνήτων, όπως το μεγάλο τιμητικό ψήφισμα του Κοινού των Μαγνήτων που εκδόθηκε για να τιμήσει τον Γραμματέα των Συνέδρων του Κοινού Δημήτριο Ορέστου.

Η περιοχή του θεάτρου έγινε ο χώρος απόκρυψης ενός θησαυρού αργυρών νομισμάτων του Κοινού των Θεσσαλών και των Μαγνήτων, μετά τα μέσα του 1ου αι. π.κ.χ. κατά την περίοδο που το θέατρο δεν λειτουργούσε.

Τέλος στη ρωμαϊκή φάση λειτουργίας του θεάτρου ανήκει ένα ενεπίγραφο βάθρο προς τιμήν του αυτοκράτορα Τίτου, που βασίλεψε από το 79 ως το 81 μ.κ.χ. και χαρακτηρίζεται ως Νέος Απόλλων.

Το κοίλο
Κομμάτια εδωλίων βρέθηκαν κατά την περίοδο των ερευνών του Δ. Ρ. Θεοχάρη, αλλά αναγνωρίστηκαν μόνον πρόσφατα και μάλιστα σε ένα από αυτά τα κομμάτια υπάρχουν χαραγμένα δυο γράμματα (..]ΠΛ[..) που δείχνουν ότι υπήρχαν επιγραφές στη μπροστινή ζώνη των εδωλίων, στα σημεία που προορίζονταν για να κάθονται οι θεατές. Συνέβαινε δηλαδή και στην περίπτωση του θεάτρου Δημητριάδος αυτό που διαπιστώνεται συχνά και σε άλλα θέατρα. Ένα από τα θέατρα που έσωσαν πολύ πιο ολοκληρωμένες επιγραφές, οι οποίες χαράχθηκαν σε όλα σχεδόν τα εδώλια είναι γνωστό ότι είναι το μεγάλο θέατρο της Λάρισας. Ένα κοινό στοιχείο που συνδέει τη Λάρισα με τη Δημητριάδα είναι ότι οι δυο πόλεις ήταν οι πρωτεύουσες των Κοινών των Θεσσαλών και των Μαγνήτων αντίστοιχα. Ήταν οι πόλεις στις οποίες συνεδρίαζαν τα πολιτικά όργανα των δυο Κοινών και τα θέατρα είναι οι δημόσιοι χώροι που θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν πολιτικές δραστηριότητες. Τέτοιες δραστηριότητες θα μπορούσαν να αφήσουν τα αποτυπώματά τους με επιγραφές πάνω στα εδώλια των θεάτρων.


H δεύτερη ομάδα εδωλίων είναι φτιαγμένη από γκρίζο ασβεστόλιθο και ανήκει σε μια μεταγενέστερη επισκευαστική φάση του κοίλου.

Η πρώτη σειρά των εδωλίων πατά πάνω σε μεγάλους γωνιόλιθους, τους βατήρες, από τους οποίους το κεντρικό τμήμα κατασκευάστηκε από λευκό μάρμαρο. Πάνω στο τμήμα αυτό των βατήρων ήταν τοποθετημένο το προεδρείο που περιλάμβανε και θρόνους, όπως αποδεικνύεται από ορισμένα σπαράγματα θρόνων από λευκό μάρμαρο, που βρέθηκαν κατά την έρευνα του Δ.P. Θεοχάρη. Οι υπόλοιποι σωζόμενοι βατήρες είναι από γκρίζο ασβεστόλιθο. H διαφορά του υλικού κατασκευής καθώς και η διαφορετική θεμελίωση των βατήρων προσδιορίζει τις διακρινόμενες δυο από τις αρχιτεκτονικές φάσεις του κοίλου. Οι βατήρες από λευκό μάρμαρο πατούν σε πλάκες πράσινου σχιστόλιθου, ενώ οι βατήρες από γκρίζο ασβεστόλιθο εδράζονται σε πωρόλιθους ορισμένοι από τους οποίους φαίνεται ότι ανήκαν σε κατεστραμμένα κομμάτια εδωλίων. Είναι δηλαδή φανερό ότι οι βατήρες από γκρίζο ασβεστόλιθο αποτελούν μια επισκευή μετά από μια καταστροφή του κοίλου και ότι τα πώρινα εδώλια, κατεστραμμένα πλέον, χρησιμοποιήθηκαν στη θεμελίωση. Τη διαπίστωση αυτή ενισχύει και η παρατηρούμενη καταστροφή της μιας παρειάς του αγωγού της ορχήστρας (προς την πλευρά του κοίλου) στα σημεία στα οποία τοποθετήθηκαν τα κατεστραμμένα εδώλια, ως θεμελίωση των βατήρων. Ψηλότερα, στο κοίλο δεν σώζονται εδώλια παρά μόνον σποραδικά πλάκες πωρόλιθου ή αρχιτεκτονικά μέλη σε δεύτερη χρήση, όπως ένα τμήμα εμβόλου μαρμάρινης στήλης, ένα τμήμα βάσης πώρινου ιωνικού κίονα, μια κατακόρυφη φέτα πώρινου δωρικού κίονα, ένα μικρό κομμάτι πώρινου δωρικού γείσου κ.ά.

Η ορχήστρα
H πεταλόσχημη ορχήστρα έχει άνοιγμα 24.20 μ. και δεν έχει ιδιαίτερα διαμoρφωμένο δάπεδο. Αποτελείται από πατημένο χώμα και ορίζεται περιμετρικά από έναν κτιστό αγωγό που περισυνέλεγε τα νερά της βροχής και τα απομάκρυνε νότια του θεάτρου. Tα νερά έμπαιναν στον αγωγό πιθανόν από κυκλικά ανοίγματα που υπήρχαν κατά διαστήματα στα καλύμματα του αγωγού, τα οποία ήταν απλές ακανόνιστες πλάκες από πράσινο σχιστόλιθο.

Στο μέσον της ορχήστρας βρίσκεται η μαρμάρινη βάση της θυμέλης την οποία αποτελούσε ένας κυλινδρικός βωμός από γκρίζο μάρμαρο με ανάγλυφα βουκράνια πάνω στα οποία στηρίζονται γιρλάντες. Τρεις πέτρες που βρέθηκαν δίπλα στη βάση της θυμέλης και είχαν σιδερένιους κρίκους (σώζεται μόνον ο ένας) είχαν χρησιμοποιηθεί για την πρόσδεση των ζώων που προορίζονταν για τις θυσίες.

Η σκηνή
Η σκηνή είχε τρία δωμάτια στη σειρά κάθε ένα από τα οποία είχε πρόσβαση προς την ορχήστρα. Την περίοδο αυτή η σκηνή είχε έναν τουλάχιστον όροφο, όπως συμπεραίνεται από τα σωζόμενα πρώτα τρία κτιστά σκαλοπάτια μιας σκάλας στη NA γωνία του βόρειου δωματίου. Σε δίλοβα ή πολύλοβα ανοίγματα των ορόφων είναι πιθανόν να ανήκουν κομμάτια από μαρμάρινους αμφικίονες που βρέθηκαν κατά τις ανασκαφές του Δ.P. Θεοχάρη. Στην επίστεψη του τοίχου της ρωμαϊκής σκηνής πιθανόν να ανήκει ένα μεγάλο, ογκώδες και περίτεχνα δουλεμένο τμήμα μαρμάρινου ιωνικού γείσου που βρίσκεται σήμερα μέσα στο μεσαίο δωμάτιο της σκηνής.

H σκηνή δεν είχε την ίδια μορφή καθ' όλη τη μακραίωνη διάρκεια λειτουργίας του θεάτρου. Από τις πρόσφατες ανασκαφικές έρευνες και καθαρισμούς αποκαλύφτηκαν μεγάλα τμήματα δύο παλιότερων αρχιτεκτονικών της φάσεων από τα οποία προς το παρόν γίνεται προσπάθεια να αποκατασταθεί η συνολική τους κάτοψη. Από τις διακρινόμενες τρεις κύριες φάσεις της σκηνής οι πρώτες δυο ανήκουν στην ελληνιστική περίοδο.

Δυτικά της σκηνής προς την πλευρά της ορχήστρας και κατά μήκος της πρόσοψής της αναπτύσσεται το προσκήνιο. Πρόκειται για ένα στεγασμένο, στενό διάδρομο με στοά προς την πλευρά της ορχήστρας (πλάτους 2.75 μ.). Από το προσκήνιο σώζεται σήμερα μόνον ο στυλοβάτης της στοάς, ο οποίος διατηρεί τους τόρμους (τρύπες) στήριξης των κιόνων και μια είσοδο στο μέσον του μήκους της.

Από την ελληνιστική στοά του προσκηνίου βρέθηκαν πώρινα κομμάτια δωρικών κιονοκράνων ημικιόνων και δωρικού γείσου, καθώς επίσης κομμάτια επιστυλίου και ζωφόρου με τρίγλυφα και ακόσμητες μετόπες, από τη μελέτη των οποίων αποκαθίσταται η μορφή της δωρικής στοάς  του προσκηνίου.

Δύο μαρμάρινα ιωνικά κιονόκρανα αμφικιόνων και ένα μικρό τμήμα ιωνικού γείσου πoυ βρέθηκε κατά τις παλιότερες ανασκαφές του θεάτρου κατά πάσα πιθανότητα θα προέρχονται από τη ρωμαϊκή σκηνή. Δεν βρέθηκαν ίχνη ύπαρξης στοάς προσκηνίου κατά τη ρωμαϊκή περίοδο.

Ιστορικό της έρευνας στο θέατρο
Μέσα στον 19ο αι. όχι μόνον δεν έγινε κάποια άλλη αναφορά για το θέατρο, αλλά το 1880, στην πρώτη έκδοση του έργου «Θεσσαλία», ο Νικόλαος Γεωργιάδης σχεδόν απογοητευμένος γράφει: «Ουδείς ναός, ουδέν θέατρον, ουδείς κίων, ουδέν άγαλμα, ουδέν στάδιον ανευρίσκεται σήμερον εν τη Μαγνησία».

Το 1901, μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, έρχεται στην περιοχή του Βόλου από την Αθήνα ο αρχαιολόγος Βαλέριος Στάης, ο οποίος διαθέτει λίγο από το χρόνο του για να πραγματοποιήσει την πρώτη ανασκαφική έρευνα στο θέατρο πριν από εκατό εννέα χρόνια. Κατά την πρόχειρη ανασκαφή που έγινε σημειώνει ο ανασκαφέας ότι βεβαιώθηκε η ύπαρξη του θεάτρου από το οποίο βρέθηκαν σε καλή σχετικώς κατάσταση «τα πλείστα των λιθίνων εδράνων». Περιγράφοντας συνοπτικά τη θέση του θεάτρου αναφέρει ότι βρίσκεται κάτω από τα δυτικά τείχη της πόλεως και πολύ κοντά στην οδό Βόλου-Αλμυρού. Περιέργως, δεν αναφέρεται στην ύπαρξη των πεσών του Ρωμαϊκού υδραγωγείου που ήταν χαρακτηριστικό μνημείο για την περιοχή του θεάτρου (πράγμα που είχε κάνει παλαιότερα ο W. M. Leake).

Το 1907 ο Απ. Αρβανιτόπουλος θεωρώντας ότι οι απόψεις των W. M. Leake και του Β. Στάη για τη θέση του αρχαίου θεάτρου διίστανται παίρνει θέση στο πρόβλημα υποστηρίζοντας ως ορθότερη την άποψη του Β. Στάη. Πραγματοποιεί μικρή σχετικά δοκιμαστική ανασκαφική έρευνα στην περιοχή της σκηνής, όπου βρίσκει ένα κτίριο «νεώτερον, ίσως τούρκικον», το οποίο περιείχε στην τοιχοδομία του αρχαίο υλικό, όπως εδώλια θεάτρου, δωρική ζωφόρο με τρίγλυφα και μετόπες, ένα «ωραίον καί μοναδικόν διά τά κοσμήματα κιονόκρανον», τμήματα αγωνιστικών επιγραφών και αγαλμάτων κ.ά. Ακόμη ο Απ. Αρβανιτόπουλος ανέσκαψε στην περιοχή των δυο παρόδων, τις οποίες χαρακτηρίζει δυσδιαγνώστους εξ αιτίας μεταγενεστέρων επισκευών και χρήσεων, ενώ μικρή ανασκαφική έρευνα στην περιοχή του κοίλου του θεάτρου αποκάλυψε μόνον τμήματα πώρινων πλακών, που είχαν χρησιμοποιηθεί ως υποστηρίγματα των εδωλίων.

Το 1912 ο Απ. Αρβανιτόπουλος επανέρχεται με ανασκαφή στο νεότερο κτίριο στην περιοχή της σκηνής του θεάτρου, που είχε μερικώς ανασκάψει το 1907, και το οποίο τώρα ονομάζει «μεσαιωνικόν οικοδόμημα». Η ανασκαφή στην περιοχή του παραπάνω «οικοδομήματος» δεν απέφερε νεότερα στοιχεία και έτσι διεκόπη, για να αρχίσει νέα έρευνα στη βόρεια πάροδο του θεάτρου. Εκεί αποκάλυψε μέρος του ρωμαϊκού αναλημματικού τοίχου του κοίλου που ήταν φτιαγμένος με μεγάλους γωνιολίθους, που προέρχονται από το τείχος, και περιγράφεται από τον Απ. Αρβανιτόπουλο ως «λιθόστρωτον». Ταυτόχρονα βρίσκει και μέρος του ελληνιστικού αναλημματικού τοίχου του κοίλου, ο οποίος ήταν κατασκευασμένος στα ψηλότερα τμήματα με ωμά πλιθιά που πατούσαν πάνω σε μια λίθινη κτιστή κρηπίδα.

Η οριστική αποκάλυψη του αρχαίου θεάτρου οφείλεται στις εργασίες «αποχωμάτωσης» που πραγματοποίησε ο Δημήτριος Ρ. Θεοχάρη το 1958. Με τις εργασίες αυτές διαπιστώθηκε ότι το «μεσαιωνικόν οικοδόμημα» του Απ. Αρβανιτόπουλου δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η Ρωμαϊκή σκηνή του θεάτρου στην τοιχοδομία του οποίου υπήρχε εντοιχισμένο όλο εκείνο το υλικό που είχε βρει ο Απ. Αρβανιτόπουλος τα έτη 1907 και 1912. Η σκηνή είχε τρια δωμάτια με εισόδους προς την πλευρά της ορχήστρας. Στο βορειότερο από τα δωμάτια υπήρχε κλίμακα ανόδου στον πρώτο όροφο. Με τις έρευνες του Δ.Ρ.Θεοχάρη αποκαλύφθηκαν επίσης ο στυλοβάτης της ελληνιστικής στοάς του προσκηνίου μπροστά από τη σκηνή, ο Ρωμαϊκός αναλημματικός τοίχος στην περιοχή της βόρειας παρόδου, τα κατώφλια των πυλών στις δυο παρόδους, οι βατήρες πάνω στους οποίους εδραζόταν η πρώτη (κάτω) σειρά των εδωλίων από τα οποία βρέθηκαν στη θέση τους μόνο δυο συστάδες. Στο κοίλο δεν βρέθηκαν εδώλια παρά μόνον πώρινες πλάκες πολλές από τις οποίες είναι κομμάτια αρχιτεκτονικών μελών σε δεύτερη χρήση Στο μέσον του ύψους του θεάτρου, το κοίλο διατρέχεται οριζόντια από τον κτιστό αγωγό του Ρωμαϊκού Υδραγωγείου της Δημητριάδας, που μετέφερε το νερό από το Πήλιο προς την Υδατογέφυρα του Υδραγωγείου κοντά στο θέατρο και από εκεί στην περιοχή του συνοικισμού του βόρειου λιμένα της Δημητριάδος. Η επιφάνεια του χώματος στην ορχήστρα έφθανε στο ίδιο επίπεδο με την πάνω επιφάνεια των λίθινων βατήρων.

Το έργο της αποχωμάτωσης του θεάτρου της Δημητριάδος σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα ήταν από τα μεγαλύτερα αρχαιολογικά έργα που είχε υλοποιήσει μέχρι τότε η Αρχαιολογική Υπηρεσία του Βόλου. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι απομακρύνθηκαν με εργάτες από την περιοχή της ορχήστρας χώματα ύψους τριών μέτρων, ενώ τα χώματα που απομακρύνθηκαν από την περιοχή του κοίλου είχαν ύψος ενός περίπου μέτρου.

Με το τέλος του έργου της αποχωμάτωσης του θεάτρου ακολούθησε η αναστήλωση της Ρωμαϊκής σκηνής του Θεάτρου.

H νέα περίοδος των ερευνών στο θέατρο Δημητριάδος ξεκίνησε μετά από εικοσιοκτώ χρόνια, το 1986, και πραγματοποιήθηκε με μικρότερα ή μεγαλύτερα κενά για οκτώ χρόνια μέχρι και το έτος 2000. Κατά την περίοδο αυτή συνεχίζεται η αποκάλυψη νέων αρχιτεκτονικών τμημάτων του μνημείου. Στην περιοχή της σκηνής αποκαλύπτονται μικρά και αποσπασματικά σωζόμενα τμήματα δυο τουλάχιστον φάσεων της ελληνιστικής σκηνής. Στη βόρεια πάροδο αποκαλύφθηκε ο ελληνιστικός αναλημματικός τοίχος του κοίλου με τα ωμά πλιθιά, που είχε εντοπιστεί από τον Απ. Αρβανιτόπουλο κατά την ανασκαφή του έτους 1912. Μικρά τμήματα του ίδιου αναλημματικού τοίχου βρέθηκαν στην πίσω πλευρά του κοίλου στη ΒΑ και ΒΔ πλευρά του θεάτρου. Στην περιοχή της βόρειας παρόδου επίσης αποκαλύφθηκε πλήρως και ο Ρωμαϊκός αναλημματικός τοίχος του κοίλου, μέρος του οποίου είχε αποκαλυφθεί αρχικά από τον Απ. Αρβανιτόπουλο (1912) και αργότερα κατά την έρευνα του Δ.Ρ.Θεοχάρη. Στην ορχήστρα το επίπεδο του χώματος κατέβηκε μέχρι του επιπέδου που βρισκόταν κατά την αρχαιότητα, με αποτέλεσμα να αποκαλυφθεί ο κτιστός αποχετευτικός αγωγός που περιέτρεχε την κυκλική ορχήστρα. Ο αγωγός ήταν καλυμμένος με σχιστολιθικές πλάκες που ίσως να είχαν κατά διαστήματα κυκλικές οπές για την είσοδο των νερών της βροχής. Σε κεντρική θέση της ορχήστρας αποκαλύφθηκε επίσης η βάση πάνω στην οποία ήταν τοποθετημένος ο βωμός της θυμέλης, δυτικά της οποίας βρέθηκαν τρεις λίθοι για την πρόσδεση των ζώων που προορίζονταν για θυσία. Τέλος, στο νότιο, πίσω τμήμα του κοίλου, αποκαλύφθηκαν οι θεμελιώσεις των πρώτων τεσσάρων πεσσών της Υδατογέφυρας του Ρωμαϊκού Υδραγωγείου, οι οποίοι συνέδεαν τον κτιστό αγωγό, που διασχίζει το κοίλο, με τους πεσσούς της Υδατογέφυρας.









Πηγή: www.theatreofdemetrias.gr
Blog Widget by LinkWithin

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου