Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

Ομηρικοί Ύμνοι - Εις Διόνυσον β’


Αρχαίο Κείμενο
ἀμφὶ Διώνυσον, Σεμέλης ἐρικυδέος υἱόν, μνήσομαι, ὡς ἐφάνη παρὰ θῖν’ ἁλὸς ἀτρυγέτοιο ἀκτῇ ἔπι προβλῆτι νεηνίῃ ἀνδρὶ ἐοικώς, πρωθήβῃ: καλαὶ δὲ περισσείοντο ἔθειραι, κυάνεαι, φᾶρος δὲ περὶ στιβαροῖς ἔχεν ὤμοις πορφύρεον: τάχα δ’ ἄνδρες ἐυσσέλμου ἀπὸ νηὸς ληισταὶ προγένοντο θοῶς ἐπὶ οἴνοπα πόντον, Τυρσηνοί: τοὺς δ’ ἦγε κακὸς μόρος: οἳ δὲ ἰδόντες νεῦσαν ἐς ἀλλήλους, τάχα δ’ ἔκθορον. αἶψα δ’ ἑλόντες εἷσαν ἐπὶ σφετέρης νηὸς κεχαρημένοι ἦτορ. υἱὸν γάρ μιν ἔφαντο διοτρεφέων βασιλήων εἶναι καὶ δεσμοῖς ἔθελον δεῖν ἀργαλέοισι. τὸν δ’ οὐκ ἴσχανε δεσμά, λύγοι δ’ ἀπὸ τηλόσε πῖπτον χειρῶν ἠδὲ ποδῶν: ὃ δὲ μειδιάων ἐκάθητο ὄμμασι κυανέοισι: κυβερνήτης δὲ νοήσας αὐτίκα οἷς ἑτάροισιν ἐκέκλετο φώνησέν τε: δαιμόνιοι, τίνα τόνδε θεὸν δεσμεύεθ’ ἑλόντες, καρτερόν; οὐδὲ φέρειν δύναταί μιν νηῦς εὐεργής. ἢ γὰρ Ζεὺς ὅδε γ’ ἐστὶν ἢ ἀργυρότοξος Ἀπόλλων ἠὲ Ποσειδάων: ἐπεὶ οὐ θνητοῖσι βροτοῖσιν εἴκελος, ἀλλὰ θεοῖς, οἳ Ὀλύμπια δώματ’ ἔχουσιν. ἀλλ’ ἄγετ’, αὐτὸν ἀφῶμεν ἐπ’ ἠπείροιο μελαίνης αὐτίκα: μηδ’ ἐπὶ χεῖρας ἰάλλετε, μή τι χολωθεὶς ὄρσῃ ἔπ’ ἀργαλέους τ’ ἀνέμους καὶ λαίλαπα πολλήν. Ὣς φάτο: τὸν δ’ ἀρχὸς στυγερῷ ἠνίπαπε μύθῳ: δαιμόνι’, οὖρον ὅρα, ἅμα δ’ ἱστίον ἕλκεο νηὸς σύμπανθ’ ὅπλα λαβών: ὅδε δ’ αὖτ’ ἄνδρεσσι μελήσει. ἔλπομαι, ἢ Αἴγυπτον ἀφίξεται ἢ ὅ γε Κύπρον ἢ ἐς Ὑπερβορέους ἢ ἑκαστέρω: ἐς δὲ τελευτὴν ἔκ ποτ’ ἐρεῖ αὐτοῦ τε φίλους καὶ κτήματα πάντα οὕς τε κασιγνήτους, ἐπεὶ ἡμῖν ἔμβαλε δαίμων. ὣς εἰπὼν ἱστόν τε καὶ ἱστίον ἕλκετο νηός. ἔμπνευσεν δ’ ἄνεμος μέσον ἱστίον: ἀμφὶ δ’ ἄρ’ ὅπλα καττάνυσαν: τάχα δέ σφιν ἐφαίνετο θαυματὰ ἔργα. οἶνος μὲν πρώτιστα θοὴν ἀνὰ νῆα μέλαιναν ἡδύποτος κελάρυζ’ εὐώδης, ὤρνυτο δ’ ὀδμὴ ἀμβροσίη: ναύτας δὲ τάφος λάβε πάντας ἰδόντας. αὐτίκα δ’ ἀκρότατον παρὰ ἱστίον ἐξετανύσθη ἄμπελος ἔνθα καὶ ἔνθα, κατεκρημνῶντο δὲ πολλοὶ βότρυες: ἀμφ’ ἱστὸν δὲ μέλας εἱλίσσετο κισσός, ἄνθεσι τηλεθάων, χαρίεις δ’ ἐπὶ καρπὸς ὀρώρει: πάντες δὲ σκαλμοὶ στεφάνους ἔχον: οἳ δὲ ἰδόντες, νῆ’ ἤδη τότ’ ἔπειτα κυβερνήτην ἐκέλευον γῇ πελάαν: ὃ δ’ ἄρα σφι λέων γένετ’ ἔνδοθι νηὸς δεινὸς ἐπ’ ἀκροτάτης, μέγα δ’ ἔβραχεν, ἐν δ’ ἄρα μέσσῃ ἄρκτον ἐποίησεν λασιαύχενα, σήματα φαίνων: ἂν δ’ ἔστη μεμαυῖα: λέων δ’ ἐπὶ σέλματος ἄκρου δεινὸν ὑπόδρα ἰδών: οἳ δ’ ἐς πρύμνην ἐφόβηθεν, ἀμφὶ κυβερνήτην δὲ σαόφρονα θυμὸν ἔχοντα ἔσταν ἄρ’ ἐκπληγέντες: ὃ δ’ ἐξαπίνης ἐπορούσας ἀρχὸν ἕλ’, οἳ δὲ θύραζε κακὸν μόρον ἐξαλύοντες πάντες ὁμῶς πήδησαν, ἐπεὶ ἴδον, εἰς ἅλα δῖαν, δελφῖνες δ’ ἐγένοντο: κυβερνήτην δ’ ἐλεήσας ἔσχεθε καί μιν ἔθηκε πανόλβιον εἶπέ τε μῦθον: θάρσει, δῖε κάτωρ, τῷ ἐμῷ κεχαρισμένε θυμῷ: εἰμὶ δ’ ἐγὼ Διόνυσος ἐρίβρομος, ὃν τέκε μήτηρ Καδμηὶς Σεμέλη Διὸς ἐν φιλότητι μιγεῖσα. χαῖρε, τέκος Σεμέλης εὐώπιδος: οὐδέ πη ἔστι σεῖό γε ληθόμενον γλυκερὴν κοσμῆσαι ἀοιδήν.
Μετάφραση
Για τον Διόνυσο, το γιο της ξακουστής Σεμέλης, ύμνο θα πω, πως φάνηκε στου πόντου πλάι την άμμο σε μια προεξοχή όμοιος με ένα νεαρό άνδρα. Ανέμιζαν τα όμορφα ολόμαυρα μαλλιά του. στους γερούς ώμους του είχε ένδυμα πορφυρένιο. Γοργά πρόβαλαν πειρατές απο ένα στέριο πλοίο Τυρρηνοί στον οίνοπα πόντο επάνω. κακή μοίρα τους έφερε. μόλις αυτοί τον είδαν, τις ματιές τους αντάλλαξαν, πήδησαν απο το πλοίο, τον έπιασαν, τον έβαλαν σε αυτό χαρά γεμάτοι. Βασιλιάδων διότρεφτων γιός έλεγαν πως είναι κι ήθελαν χειροπόδορα αυτόν να σφιχτοδέσουν. Δεν θα τον κρατούσαν τα δεσμά. αλλά απο χέρια, πόδια ξελύνονταν οι λυγαριές και γελαστός καθόταν με ολόμαυρα τα μάτια του. το ένιωσε ο τιμονιέρης, μίλησε στους συντρόφους του και αυτά τα λόγια είπε : “Κακόμοιροι, τι πιάσατε και δένετε μεγάλο θεό ; Το καλοσκάρωτο πλοίο δεν θα μπορέσει να τον μεταφέρει. Είναι Δίας ή Ποσειδώνας ή αργυρότοξος Φοίβος. Με τους θνητούς δεν μοιάζει, μα με θεούς που Όλυμπο έχουν σαν κατοικία. Εμπρός ας τον αφήσουμε πια στην στεριά τη μαύρη. τα χέρια μην απλώνετε, μήπως αυτός θυμώσει, τρανούς ανέμους σηκώσει, μεγάλη καταιγίδα”. Είπε. με μίσος μίλησε ο αρχηγός του πλοίου : “Βλέπει τον άνεμο, τράβα του πλοίου το κατάρτι, πάρε όλα τα σύνεργα. θα τον νοιαστούν οι ναύτες. Θα πάει, λέω, στην Αίγυπτο ή στους Υπερβόρειους, στην Κύπρο ή πιο μακριά. Θα μας μιλήσει πάντως για φίλους, για τα αγαθά του, για αδέρφια. θεός κάποιος στα χέρια μας τον έριξε σκόπιμα δίχως άλλο”. Είπε. του πλοίου ταπανιά τράβηξε, το κατάρτι. Άνεμος τότε φύσηξε στου καταρτιού το κέντρο. και άπλωσαν τα σύνεργα. γοργά είδαν το θαύμα. Γλυκόπιοτο ευωδιαστό κρασί και κελάρυζε στο πλοίο το μαυρο το γοργό, οσμή αμέσως απλωνόταν αθάνατη. βλέποντας τα θαύμασαν όλοι οι ναύτες. Στην κορυφή του καταρτιού ξεπετάχθηκε κλήμα και από παντού κρεμονταν πολλά τσαμπιά σταφύλια. τυλίγοταν μαυρος κισσός γύρω απο το κατάρτι άνθη γεμάτος. πρόβαλε καρπός χαριτωμένος. στεφάνια είχαν οι σκαρμοί. αυτοί όταν το είδαν, στον τιμονιέρη έλεγαν το πλοίο τους να αράξει. στην άκρη του πλοίου αυτός τότε έγινε λιοντάρι φοβερό. τρανά βρυχιόταν. κταμεσείς αρκούδα μια πυκνόμαλλη έκανε σημάδια δείχνοντας τους. με ορμή στήθηκε η αρκουδα. στην άκρη το λιοντάρι λοξοκοιτούσε φοβερά. όλοι πήγαν στην πρύμνη γύρω στον τιμονιέρη τους το μυαλομένο τότε και τρομαγμένοι στάθηκαν. ορμώντας το λιοντάρι τον αρχηγό τους έπιασε. πάσχισαν να γλιτώσουν οι ναύτες απο το θάνατο. πήδησαν, μόλις είδαν, και δελφίνια έγιναν πια. τον πλοίαρχο κρατώντας απο λύπη τον έκανε ευτυχισμένο και είπε : “Κουράγιο έχε, έξιε, αρεστέ της ψυχής μου. ο βαρύβροντος Διόνυσος, της Καδμείας Σεμέλης και του Δία που έσμιμε με εκείνη τέκνο είμαι”. Της ωριόματης Σεμέλης τέκνο, σένα ξεχνώντας δεν θα στολίσω ποτέ πια ένα γλυκό τραγούδι.

Blog Widget by LinkWithin

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου