Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012

Αρχαία Οινόη Ικαρίας


Η Οινόη ήταν σίγουρα η αρχαιότερη και επικρατέστερη πόλη στην Ικαρία.

Τα ερείπιά της, που κατάκεινται γύρω από την εκβολή του ποταμού Βουτσιδέ (πιθανή παραφθορά της λέξης ‘βουθυσία'), πέρα του Ευδήλου, στη βόρεια πλευρά του νησιού, διηγούνται το κλέος της.

Η Οινόη ήταν κτισμένη εκεί που σήμερα βρίσκονται κατάσπαρτα γύρω από τον ωραίο λόφο της Αγίας Ειρήνης, τα σπίτια του μικρού χωριού Κάμπος της Πέρας Μεριάς κα εκεί όπου το ίδιο χωριό απλώνει προς τη θάλασσα.

Η πόλη φαίνεται να ήταν πατρίδα του Επαρχίδου. Μια επιτάφιος πλάκα, που ανήκει στο πρώτο μισό του Β΄ π.κ.χ. αιώνα και η οποία βρέθηκε στην περιοχή της Οινόης, αναφέρει το όνομα «Επαρχίδης του Κτησιφώντος», με άλλα ονόματα της οικογένειάς του.

Η Οινόη όφειλε ασφαλώς το όνομά της στην εξειδίκευση της καλλιέργειας της αμπελουργίας. Ό Εκαταίος ο Μιλήσιος αναφέρει ότι οι αρχαίοι τα αμπέλια τα έλεγαν και οίνας. Ο Καριώτης ιστορικός Παμφίλης υποστηρίζει ότι παρά την Οινόη υπήρχε η Πράμνη πέτρα κοντά στην οποία βλάστησε η Διονυσίας άμπελος, όπως την ονόμαζαν οι εγχώριοι ή η ιεράς άμπελος, από την οποία κα παράχθηκε το πρώτο, ο Πράμνιος οίνος. Όπως επιδείκνυαν κατά τους ιστορικούς χρόνους στην αθηναϊκή Ακρόπολη το ιερό δέντρο της Αθηνάς, την πρώτη ελαίαν που βλάστησε στην ελληνική γη, έτσι και στη νήσο της Ικαρίας, όπου «το πρώτο έφυ άμπελος», επιδείκνυαν την Πράμνην πέτρα, ιερά άμπελον του Διονύσου ή τη Διονυσιάδα άμπελον.

Οπωσδήποτε, η Οινόη με τη φήμη της ειδικευμένης αμπελουργού, πρέπει να είχε αποκτήσει ανάλογη υλική ευρωστία. Οι εύφορες εκτάσεις του Κάμπου κα των μαγευτικών κατωφερειών της Μεσαριάς κα της Πέρας Μεριάς, θα είχαν ασφαλώς θαυμαστή απόδοση. Ο πράμνιος είχε γίνει το βασικό βιοτικό βάθρο του νησιού κατά τη διάρκεια των αρχαίων αιώνων. Είναι χαρακτηριστικό ότι και στους χρόνους ακόμα του Πλινίου (α΄ αιών μ.κ.χ.), γίνεται σοβαρός λόγος περί αυτού. Ο Λατίνος ιστορικός αναφέρει, ότι κα στην εποχή του εξακολουθούσε να διατηρεί ανέπαφη τη φήμη και την αξία του. Προσπάθειες απομίμησης του οίνου δεν θα έλειψαν από άλλες οινοπαραγωγικές περιοχές, που θα θέλησαν να εκμεταλλευτούν τη φήμη του, την οποία όμως διασφάλιζε τόσο η εξειδίκευση των Ικάριων καλλιεργητών, όσο και το ιδιαίτερο άρωμα το οποίο κα σήμερα ακόμη χαρακτηρίζει το ικαριώτικο σταφύλι.

Δεν χωρά αμφιβολία ότι κοντά στην ακμάζουσα αμπελουργία πρόκοβε στο νησί και η κτηνοτροφία, η ναυπηγική κα η αλιεία, όπως άλλωστε μαρτυρείται και από την κατά παράδοση κα σήμερα επίδοση. Τα καρύδια, το μέλι, το κερί κα ιδίως η ξυλεία ως κύρια προϊόντα, συμπλήρωναν τις βάσεις του ικαριακού βίου.

Είναι πολύ δύσκολο να υπολογισθεί ο πληθυσμός της Οινόης κα μάλιστα ανά ιστορικές εποχές. Ο Παμφίλης κάνει την υπόθεση ότι στους Μινωικούς χρόνους η πόλη ήταν περισσότερο πολυάριθμη από κάθε άλλη εποχή. Πάντως εκείνο το οποίο μπορεί να υποστηριχθεί περίπου με βεβαιότητα είναι ότι κατά τους μεγάλους αιώνες των Αθηνών, η Οινόη ήταν μία από τη δεύτερη ή τρίτη σε τάξη πόλη της Αθηναϊκής συμμαχίας, όπως συνάγεται από τις καταβολές των φόρων στο συμμαχικό ταμείο της Δήλου κα αργότερα των Αθηνών.   
  
Ο Στράβων στους κατοπινούς καιρούς αναφέρει την Ικαρία ως «λειπανδρούσαν» και χαρακτηρίζει την Οινόη ως πολισμάτιον. Ποια γεγονότα μεσολάβησαν για να φτάσει κα αυτή μαζί με τα άλλα πολίσματα του νησιού σε ραγδαία παρακμή, είναι προ το παρόν πολύ δύσκολο να εξακριβωθεί. Ίσως η εξήγηση του χρονικού της Οινόης αλλά και όλης της νήσου να βρίσκεται θαμμένη σε κάποια απόκρυφη για την ώρα πτυχή του εδάφους στον Κάμπο, δηλαδή τον χώρο της Οινόης, το Δράκανο, τα Θέρμα και το Ταυροπόλιον, που αναμένουν την σκαπάνη για να της εκμυστηρευτούν το κρυμμένο μυστικό τους.


Κατεστραμένος Αρχαίος Ελληνικός Τάφος (750 π.κ.χ.)
στο προαύλιο χώρο της Εκκλησίας

Σύγχρονος Τάφος Ορθόδοξου Ιερέα (1916 μ.κ.χ)
στο προαύλιο χώρο της Εκκλησίας.


Εκκλησία κτισμένη με Αρχαία Ελληνικά Μάρμαρα








Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

Αρχαία Δρήρος του Νομού Λασιθίου


Η σημαντική αρχαία πόλη της κεντροανατολικής Κρήτης Δρήρος βρίσκεται στο βουνό Καδηστός, 2 χλμ. ανατολικά από τη Νεάπολη. Ιδρύθηκε τον 12. αι. π.κ.χ. και άκμασε από τα Γεωμετρικά/Αρχαϊκά μέχρι και τα Ελληνιστικά χρόνια.

Η πόλη έγινε γνωστή όταν στα 1855 το άροτρο δύο γεωργών από τη Νεάπολη έφερε στο φως ένας πεσσός (αρχαία κύβρις) με επιγραφή του τέλους του 3. αι. π.κ.χ. στις τέσσερις πλευρές. Η επιγραφή περιλαμβάνει τον όρκο 180 εφήβων με την αφοσίωση προς την πόλη τους, το μίσος προς τους εχθρούς Μιλάτιους και Λύττιους και την πίστη προς τους συμμάχους Κνώσιους (η επιγραφή βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη). Οι πρώτες συστηματικές ανασκαφές έγιναν το 1917 από τους αρχαιολόγους Ξανθουδίδη, Μαρινάτο και συνεχίστηκαν το 1932 από τους Demargne και Van Effenterre.

Η κατοίκηση στην περιοχή ξεκινά από τους υπομινωικούς χρόνους (1050-900 π.κ.χ.) όπως φαίνεται από έναν τάφο της περιόδου αυτής. Γύρω στα μέσα του 3ου αιώνα π.κ.χ. συμμετέχει μαζί με άλλες πόλεις της Κρήτης στη συνθήκη που συνάπτει η Κνωσός με την ισχυρή Μίλητο της Μ. Ασίας. Όπως φαίνεται από το κείμενο του όρκου των νέων της πόλης στα τέλη του 3ου αιώνα π.κ.χ., οι σχέσεις της με τις γειτονικές πόλεις Λύττο και Μίλατο ήταν τεταμένες, ενώ και μέσα στην ίδια

Το πιο σημαντικό μνημείο όμως είναι το Δελφίνιον, ο μοναδικός και αρχαιότατος ναός του Δελφίνιου Απόλλωνα, που δεσπόζει στην Αγορά. Εδώ ανακαλύφθηκαν τα μοναδικά σφυρήλατα χάλκινα αγάλματα του Απόλλωνα, της Άρτεμης και της Λητούς, που χρονολογούνται στον 7ο αι. π.κ.χ. Ο ναός έχει 80 τ.μ. έκταση και σώθηκε σε μεγάλο ύψος (2,5 μ.). Είναι ένας μονόχωρος οίκος με την είσοδο στη στενή βόρεια πλευρά. Στο κέντρο είναι η κτιστή ορθογώνια εσχάρα με δύο βάσεις κιόνων μπροστά και πίσω. Ενδιαφέρον έχουν και το κτιστό θρανίο όπου έστεκαν τα αγάλματα καθώς και η πετρόκτιστη κασέλα (ο κεράτινος βωμός) που βρέθηκε γεμάτη από τα κέρατα των θυσιασμένων αιγών. Όμοιος βωμός υπάρχει στο ναό του Απόλλωνα στη Δήλο.

Στον αρχαιολογικό χώρο αυτής της αρχαίας ελληνικής πόλης περιλαμβάνονται δύο ακροπόλεις κι ανάμεσα τους αγορά αρχαϊκής εποχής νότια της αγοράς ναός γεωμετρικής εποχής το Δελφίνιο, αφιερωμένος στον Απόλλωνα και μεγάλη δεξαμενή σκαμμένη ανάμεσα στο τέλος του 3ου και αρχές του 2ου αι. π. κ.χ.

Η είδηση της έυρεσης του όρκου των νέων της Αρχαίας Δρήρου, όπως αυτή δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αθηνά» της εποχής αυτής, στο φύλλο υπ. αριθμ. 2234, της 14 Μαρτίου 1855 το οποίο υπέγραφε ο Μ. Βελονάκης.

"Τὸν Δεκέμβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους, 1854, τὸ ὑνίον γεωργοῦ ἀροτριῶντος, κατὰ τὴν ἐπαρχίαν Μιραμπέλον τῆς Κρήτης, προσέκοψεν αὐλακίζον. Ὁ γεωργὸς ἀνασκάψας εἶδεν ὅτι τὸ πρόσκομμα ἦν μάρμαρον τετράγωνον τεσσάρων σπιθαμῶν περίπου τὸ ὕψος καὶ μιᾶς τὸ πλάτος• ἐξορύξας προσεκύλισεν αὐτὸ εἰς τὴν ἄκραν τοῦ ἀγροῦ καὶ τὸ ἑσπέρας ἐπανελθὼν οἴκαδε συνεφώνει ἤδη τὴν πρᾶσιν αὐτοῦ πρός τινα οἰκοδομοῦντα οἶκον, διὰ νὰ τὸ θέση ὡς γωνίαν εἰς αὐτόν. Τὴν ἑπομένην ὅμως νύκτα ῥαγδαία βροχὴ καταπεσοῦσα διέλυσε τὸ ἀμφικαλύπτον τὸ μάρμαρον χῶμα καὶ ἀνεφάνησαν γράμματα ἐγκεχαραγμένα ἐπὶ τῶν τεσσάρων αὐτοῦ πλευρῶν. Τὰ γράμματα ταῦτα ἰδὼν διαβάτης τις ὑπέλαβεν ὅτι ὑπὸ τὸ μάρμαρον πρέπει νὰ κρύπτηται θησαυρός• ἐκοινοποίησε δὲ τὴν ἰδέαν του καὶ εἰς δεύτερον καὶ εἰς τρίτον καὶ οὕτως ἀπὸ στόματος εἰς στόμα ἔφθασεν εἰς τὰς ἀκοὰς τῆς Διοικήσεως ἥτις διέταξεν ἀμέσως τὴν μεταγωγὴν τοῦ μαρμάρου εἰς Ἡράκλειον. Ἀλλὰ ποῖος νὰ τὸ ἀναγνώση; Οἱ δυνάμενοι νὰ ἐννοήσωσιν ὁπωσοῦν εἶχον ἤδη διωχθῆ ἕνεκα τῶν περιστάσεων, οἱ δὲ μένοντες ἀδαεῖς δὲν ἦτο βεβαίως δυνατὸν νὰ ἐννοήσωσιν. Ὅθεν ἐκλαβόντες τὸ ἐν τῇ ἐπιγραφῇ πεδ ’ ἁμέραν ἀντὶπόδα, καὶ εὑρόντες κατωτέρω στατῆρας πεντακοσίους καὶἀργύριον , συνεδύασαν ταῦτα παραδόξως πως, καί, Ἄ! λοιπόν, εἶπον, εἰς πεντακοσίους πόδας ἀπὸ τοῦ μαρμάρου κεῖται τὸ ἀργύριον. Ἡ σοφὴ λοιπὸν διοίκησις διατάττει νὰ γίνουν ἀνασκαφαὶ «καὶ ἦν ὁ λόγος ἔργον εὐθύς». Μετ’ οὐ πολὺ εὗρον περικεφαλαίας τινὰς χαλκᾶς, τὰς μὲν σώας, τὰς δὲ καταβεβρωμένας ἐκ τοῦ χρόνου. Τοῦτο ἐδιπλασίασε τὰς προσπαθείας των• ἀλλὰ τέλος πολλὰ καμόντες, καί, τὸ τῆς παροιμίας, ἄνθρακας ἀντὶ θησαυροῦ εὑρόντες, ἐγκατέλιπον μὲν τὰς ἀνασκαφάς, συνέλαβον δὲ καὶ ἐφυλάκισαν τὸν ἀνακαλύψαντα τὸ μάρμαρον, ὑποπτευόμενοι ὅτι δῆθεν αὐτὸς εὑρὼν ἔκρυψε τὸν θησαυρόν• καὶ ἤθελεν ὑποστῆ ὁ ταλαίπωρος τῶν παθῶν του τὸν τάραχον, ἂν κατὰ καλήν του τύχην δύο μαθηταί, φεύγοντες τὴν ἐν Ἀθήναις χολέραν, δὲν ἔφθανον εἰς Ἡράκλειον. Τοὺς μαθητὰς τούτους προσεκάλεσεν ὁ πασᾶς, τοὺς ἔκλεισεν εἰς δωμάτιον ἐπὶ δύο ἡμέρας, καὶ διέταξεν αὐτοὺς νὰ ἐξηγήσωσι τὰ γράμματα• οὗτοι εἶπον ὅτι δὲν πρόκειται ποσῶς περὶ θησαυροῦ, καὶ οὕτω μόλις ἀπέλυσαν τὸν ἄνθρωπον• ὀθωμανὸς δέ τις σύμβουλος ἐπρότεινεν ἀξίαν τῆς τουρκικῆς του κεφαλῆς γνώμην, νὰ θραύσωσι δηλονότι τὸ μάρμαρον, διότι ἐν αὐτῷ κρύπτεται τὸ ἀργύριον! καὶ ἐσώθη μέν, ὡς μανθάνομεν, κατὰ τὸ παρὸν, ἀλλὰ Κύριος εἶδε, ὁποία τύχη τὸ περιμένει. Εἰς τοὺς μνησθέντας μαθητὰς ὁμολογοῦμεν χάριτας, διότι ἀντιγράψαντες μᾶς ἔφεραν τὴν ἐπιγραφήν.

Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν ἀνακάλυψιν τῆς ἐπιγραφῆς, ἥτις βεβαίως εἶναι πολύτιμος εἰς τὴν φιλολογίαν διὰ τὰ ὁποῖα περιέχει καινοφανῆ πράγματα. Ἡμεῖς δὲ γνωρίζοντες ἐκ τοῦ πλησίον τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, κρίνομεν καλὸν νὰ περιγράψωμεν ἐν ὀλίγοις τὰς θέσεις αὐτῆς, πρὸς καλητέραν (sic) κατάληψιν τῆς ἐπιγραφῆς• θέλομεν δὲ ξεναγήσει τὸν ἀναγνώστην ἀσφαλῶς ἐπὶ τοῦ πίνακος. Ἀρκεῖ τῷ ὄντι νὰ προσβλέψῃ ὁ βουλόμενος εἰς τὸν τυχόντα πίνακα τῆς Κρήτης, καὶ θέλει ἰδεῖ, εἰς τὸ ἀνατολικοβόρειον αὐτῆς, κόλπον βαθύν, κόλπον τοῦ Μιραμπέλου ἐπιγραφόμενον. Τὴν πρὸς ἀνατολὰς τοῦ κόλπου στερεὰν ἀποτελεῖ ἡ ἐπαρχία τῆς Σητείας, τὴν δὲ πρὸς δυσμὰς ἡ τοῦ Μιραμπέλου πρὸς τὸ μέρος δὲ τῆς τελευταίας ταύτης, ὅπουκεῖταιὁ λιμὴν τοῦ ἁγίου Νικολάου , σώζονται ἐρείπια ἀρχαίας πόλεως, ἥτις πιθανώτατα, κατὰ τὴν περιγραφὴν τοῦ Στράβωνος, ἦτο ἡ Μινώα…… «Πλατύτατη δέ, λέγει ὁ Στράβων, κατὰ τὸ μέσον ἐστὶν (ἡ Κρήτη). Πάλιν δὲ ἐντεῦθεν εἰς στενώτερον τοῦ προτέρου συμπίπτουσιν ἰσθμὸν αἱ ἠϊόνες περὶ ἑξήκοντα σταδίους τὸν ἀπὸ Μινώας τῆς Λυκείων εἰς Ἱεράπυτναν, καὶ τὸ Λιβυκὸν πέλαγος• ἐν κόλπῳ δ’ ἐστὶν ἡ πόλις.» Καὶ τῳόντι εἰς τὸ ἀπέναντι μέρος, κατὰ τὸ Λυβικὸν Πέλαγος, κεῖται ἡ Ἱεράπυτνα, Γεράπετρος σήμερονκαλουμένη.

Βαίνοντες ἀπὸ τῶν ἐρειπίων τῆς Μινώας πρὸς δυσμάς, παρὰ τὸν αἰγιαλόν, ἀπαντῶμεν λόφον ἀρκετὰ ὑψηλὸν καὶ ἀπόκρημνον, Ναξιὰ καὶπαρ’ ἄλλων Ὀξιὰ καλούμενον• ἐπ’ αὐτοῦ σώζονται πολλὰ ἐρείπια, καὶ μάλιστα δεξαμενῶν, τὰ ὁποῖα νομίζομεν, εἶναι ἐρείπια τῆς ἀρχαίας Ὀά ξ ο υ , πιθανώτερον δὲ τῆς Νά ξου , τόσῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον καὶ σήμερον ἀκόμη ἀνορύττουσιν ἐκεῖ ἀκόνια τὰ ὁποῖα ὁ Πίνδαρος, ὁμωνύμως τῇ πόλει ταύτῃ, καθ’ ἣν ἐξωρύττοντο καὶ τὸ πάλαι, ὀνομάζει Ναξίας πέτρας. «Ναξίαν πέτραις ἐν ἄλλαις χαλκοδάμαντ’ ἀκόναν.» (Ἰσ. VI΄. 105). Ναξία λίθος, ἡ κρητικὴ ἀκόνη, λέγει καὶ Στέφανος ὁ Βυζάντιος ἐν λέξει Νάξος .

Ἀμέσως ὑπὸ τὸν λόφον τοῦτον, εἰς τὸν μυχὸν τοῦ λιμένος τῆς Σπιναλόγγας, κεῖται χωρίον Ἐλοῦντα καλούμενον μὲ ἐρείπια ἀρχαίας πόλεως, πιθανὸν τῆς Ὀλοῦντος, ἐξ ἧς καὶ τὸ Ἐλοῦντα κατὰ τὸν γνωστὸν τρόπον, καθ’ ὃν αἱ αἰτιατικαὶ τῶν ἀρχαίων τριτοκλίτων ὀνομάτων γίνονται ὀνομαστικαὶ εἰς τὴν ἡμετέραν γλῶσσαν• ὅτι δὲ τὸ ὁ μεταβάλλεται πολλάκις εἴς ε χωρὶς ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς ἄλλα παραδείγματα ἀναφέρομεν αὐτὸ τῆς ἐπιγραφῆς τὸ Ἀπέλλω να ἀντὶ Ἀπόλλωνα. Εἰς τὸ corpus Inscriptiorum ὑπάρχει συνθήκη μεταξὺ Ὀλουντίων καὶ Λατίων, καὶ νομίζομεν ὅτι ἂν ἡ Ὀλοῦς ἔκειτο παρὰ τὸ ῥηθὲν χωρίον ἴσως ἡ Λατὼ ἔκειτο ὅπου τὰ νῦν ἡ Σπιναλόγγα. Ἐπειδὴ ἡ Ὀλοῦς κεῖται πολλὰ πλησίον τῆς ὁποίας ἀνεφέραμεν Νάξου, εἶναι πιθανὸν ὅτι ἡ τελευταία αὕτη ἦτο ἀκρόπολις τῆς πρώτης, χρησιμεύουσα ὡς καταφύγιον ἐν ἀνάγκῃ.

Ἀφίνοντες τὴν Ἐλοῦντα καὶ βαίνοντες δυτικῶς καὶ μεσογείως, ἀπαντῶμεν τὸ χωρίον Φουρνὴν καὶ ὀλίγον δυτικώτερα τοῦτον τὸν τόπον, ἐν ᾧ εὑρέθη ἡ ἐπιγραφή. Εἶναι δὲ λόφος κατάφυτος ἀπὸ ἀμυγδαλέας καὶ περιορίζεται ὑπὸ τριῶν κοιλάδων• ὧν ἡ μὲν πρὸς νότον καλεῖται Σκάφ η τοῦ Μιραμπέλου, ἐν ᾗ κεῖνται τὰ πλειότερα τῆς ἐπαρχίας χωρία, ἡ δὲ πρὸς ἀνατολὰς Τριβαξώνας , καὶ ἡ πρὸς βοῤῥᾶν Χῶραι , ὁμωνύμως τῷ λόφῳ, εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ὁποίου σώζονται καὶ ἐρείπια ἐκκλησίας Βυζαντινῆς, ὡς εἰκάζομεν ἀπὸ τὰς ἐπὶ τῶν τοίχων ζωγραφίας, καλουμένης δὲ Ἅγιος Ἀντώνιος. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐρειπίων, σώζονται ἐνταῦθα καὶ λείψανα Κυκλωπείων τειχῶν• ἐκαλεῖτο δὲ κατὰ τὴν ἐπιγραφὴν ἡ πόλις Δρῆρος. Βαίνοντες δυτικώτερα εἰς τὴν Σκάφην τοῦ Μιραμπέλου ἀπαντῶμεν πολλὰ χωρία, ἐν οἷς καὶ τὸ καλούμενον Λατσίδα, ἔνθα ὁ πίναξ φέρει ἐν παρενθέσει Λύκαστος• ἀμφιβάλλομεν ὅμως ἂν ἔκειτο αὐτόθι ἡ Λύκαστος, καθόσον οὔτε ἐρείπια φαίνονται καὶ ἡ πέριξ γῆ δὲν εἶναι λευκή• ἐνῷ κατὰ τὸν Ὅμηρον ἡ Λύκαστος ἦτον ἀργινόεσσα•

«Κρητῶν ὁ Ἰδομενεὺς δουροκλυτὸς ἡγεμόνευεν, Οἳ Κνωσσόν τ’ εἶχον, Γόρτυνά τε τειχιόεσσαν, Λύκτον Μίλητόν τε, καὶ ἀργινόεντα Λύκαστον.»
(Ἰλ. Β. 645).

Βορειοδυτικῶς τοῦ χωρίου τούτου παρὰ τὴν θάλασσαν κεῖται ἕτερον χωρίον Μίλατος καλούμενον, σωζομένου ἀπαραλλάκτως τοῦ ὀνόματος τῆς ἀρχαίας Μιλήτου, καὶ δωρικῶς Μιλάτου, τῆς ὁποίας τὰ ἐρείπια εὑρίσκονται αὐτοῦ. Ταύτης γίνεται μνεία ἐν τῇ ἐπιγραφῇ, καὶ ἄποικοι ἐκ τῆς πόλεως ταύτης ἔκτισαν τὴν ἐν Ἰωνίᾳ Μίλητον. «Φησὶ δ’ Ἔφορος, λέγει ὁ Στράβων, τὸ πρῶτον κτίσμα εἶναι Κρητικὸν (ἡ Ἰωνικὴ Μίλητος) ὑπὲρ τῆς θαλάττης τετειχισμένον, ὅπου νῦν ἡ παλαιὰ Μίλητός ἐστι, Σαρπηδόνος ἐκ Μιλήτου τῆς Κρητικῆς ἀγαγόντος οἰκήτορας, καὶ θεμένου τοὒνομα τῇ πόλει τῆς ἐκεῖ πόλεως ἐπώνυμον.» Στρ. Β. ιδ΄. §. β΄

Καὶ ταῦτα μὲν ἡμεῖς ὡς πρὸς τὰς θέσεις τοῦ τόπου, περιμένοντες τὴν κρίσιν τῶν παρ’ ἡμῖν ἀρχαιολόγων ἐπὶ τῆς ἐπιγραφῆς, μέχρις οὗ φθάσῃ αὕτη εἰς τὸ ἀνέκκλητον τοῦ Βακχίου δικαστήριον. Τὸ ὄνομα Μιραμπ έλον τῆς ἐπαρχίας εἶναι βεβαίως Ἐνετικῆς καταγωγῆς, ἀλλ’ ὁ ἐπίσκοπος τῆς ἐπαρχίας λέγεται Πέτρας • ὅθεν εἰκάζεται ὅτι ὑπῆρχε καὶ πόλις Πέτρα, ἄδηλον ὅμως ποῦ ἔκειτο αὕτη. Ὅταν τὶς ἀναλογισθῇ ὅτι κατὰ τὴν ἐπαρχίαν ταύτην, ἓξ μόλις ὡρῶν μῆκος ἔχουσαν, εὑρίσκονται τοσούτων πόλεων ἐρείπια, πείθεται, νομίζομεν, ὅτι ὁ Ὅμηρος δὲν εἶπεν ὑπερβολὴν Ἑκατόμπολιν ὀνομάσας τῆς Κρήτην• ἀλλ’ ὁποία ἐρήμωσις σήμερον! "
















 










Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Αρχαία Γουρνιά του Νομού Λασιθίου


Στις πλαγιές χαμηλού λόφου απλωνόταν η πόλη, η οποία ήταν ατείχιστη. Ήταν διαιρεμένη σε ακανόνιστα οικοδομικά τετράγωνα, τα οποία δημιουργήθηκαν από δυο περιφερειακούς πλακόστρωτους δρόμους που τέμνονται από κάθετους προς αυτούς. Όλοι οι δρόμοι, οι οποίοι ήταν συνδεδεμένοι με αποχετευτικό δίκτυο, ήταν ανηφορικοί , είχαν πλάτος 1,5-2 μ. και δημιουργούσαν κλιμακωτά επίπεδα. Τα σπίτια ήταν κλιμακωτά τοποθετημένα στη δυτική και ανατολική πλευρά του λόφου και είχαν μια μόνο πόρτα προς το δρόμο. Ορισμένα ήταν διώροφα. Σήμερα σώζονται οι αποθηκευτικοί και εργαστηριακοί χώροι του ισογείου και τα υπόγεια. Στα υπόγεια κατέβαιναν με ξύλινες σκάλες από πάνω. Στον πρώτο όροφο ανέβαιναν με σκάλα κατευθείαν από το δρόμο. Οι κατώτεροι τοίχοι ήταν λιθόκτιστοι ενώ οι τοίχοι του ορόφου ήταν κατασκευασμένοι από ωμές πλίνθους.

Στη μέση της πολιτείας και στο πιο ψηλό σημείο του λόφου βρισκόταν το ανάκτορο του άρχοντα της πόλης. Ο άρχοντας προφανώς ήθελε να μιμηθεί, σε μικρότερη κλίμακα, τα μεγάλα ανάκτορα. Πραγματικά, υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ των ανακτόρων. Καταρχήν, έχουν χρησιμοποιηθεί μεγάλοι πελεκητοί λίθοι για την κατασκευή της δυτικής και νότιας πρόσοψης. Επίσης, υπάρχουν δυτική αυλή, κεντρική αυλή και αποθήκες. Σίγουρα θα υπήρχαν και άλλες ομοιότητες αλλά το μεγαλύτερο μέρος του ανακτόρου είναι κατεστραμμένο. Στην κεντρική αυλή πιθανόν μαζευόταν το πλήθος.

Η νοτιοανατολική είσοδος του ανακτόρου ήταν, στην ουσία, ένας θεατρικός χώρος. Εκεί κάθονται οι θεατές και παρακολουθούσαν δρώμενα με θρησκευτικό χαρακτήρα. Πίσω από τα σκαλοπάτια υπάρχει ένα μικρό δωμάτιο. Το πάτωμά του καλύπτεται από ένα λίθο με οπές που ερμηνεύτηκε ως πλατφόρμα για τη θυσία ταύρου. Το εσωτερικό του ανακτόρου δεν διατηρείται καλά. Διέθετε όμως επίσημους χώρους, αποθήκες και μεγάλα δωμάτια. Η κεντρική αίθουσα του ανακτόρου διαχωριζόταν από την κεντρική αυλή με κιονοστοιχία ξύλινων κιόνων εναλλάξ με τετράγωνες λίθινες παραστάδες.


Το όνομα της περιοχής των Γουρνιών προέρχεται από τις πέτρινες και ξύλινες γαβάθες που βρέθηκαν στον αρχαιολογικό χώρο πριν ξεκινήσουν οι ανασκαφές. Ωστόσο, το αρχαίο όνομα της περιοχής μας είναι άγνωστο.

Στο σημαντικό αυτό αρχαιολογικό χώρο ανακαλύφθηκε ένας ολόκληρος μινωικός οικισμός με μικρά σπίτια, δρόμους και μεγάλο οικοδόμημα στην κορυφή του λόφου, που πιθανολογείται ότι χρησίμευε σαν κατοικία του άρχοντα της περιοχής. Οι άνθρωποι που έμεναν εκεί, σύμφωνα με μελέτες, ήταν νάνοι.

Στο ύψωμα κυριαρχεί το ανάκτορο, ενώ η δόμηση φαίνεται πως έγινε χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο, φανερώνοντας μια πόλη που μεγάλωνε σταδιακά. Kαταστράφηκε, όπως και τα πρώτα μινωικά παλάτια, γύρω στο 1450 π.κ.χ., αλλά αμέσως μετά ξανακτίστηκε και οι κάτοικοί της επέστρεψαν.


Η ακμή της πόλης τοποθετείται γύρω στο 1550-1450 π.κ.χ. (και γι’ αυτό συμπεριλαμβάνονται στην Υστερομινωική περίοδο). Φαίνεται, όμως, ότι οι πρώτοι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν στην Πρωτομινωική III περίοδο (2300 π.κ.χ.). Στο τέλος της Μεσομινωικής περιόδου (2000-1600 π.κ,.χ.) κτίζεται το ανάκτορο, το οποίο καταστρέφεται μαζί με την πόλη το 1450 π.κ.χ., όπως συνέβη και με τα άλλα μινωικά ανάκτορα. Η πόλη κατοικείται ξανά αλλά εγκαταλείπεται οριστικά γύρω στα 1200 π.κ.χ. μετά την καταστροφή της από φωτιά.

Οι ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν τα έτη 1901-1904 από την Αμερικανίδα αρχαιολόγο Harriet Boyd-Hawes. Η εύρεση ενός σφραγιδόλιθου καθώς και τα ορατά ερείπια του οικισμού την οδήγησαν να ερευνήσει την περιοχή και να φέρει στο φως αυτή τη μινωική πολιτεία.

Στα βόρεια του μικρού ανακτόρου ανασκάφηκε ιερό με πολλά λατρευτικά αντικείμενα. Επίσης, βρέθηκε σημαντικός αριθμός οικιακών σκευών και εργαλείων. Σώζονται οι κλιμακωτοί λιθόστρωτοι δρόμοι του οικισμού, τα θεμέλια των κατοικιών και στο λόφο λείψανα του μικρού ανακτόρου.

Εκεί έχουν, επίσης, ανακαλυφτεί διάφορα εργαλεία, που φανερώνουν πολλά στοιχεία για την καθημερινή ζωή των Μινωιτών που ασχολούνταν με την αλιεία, τη γεωργία, την κτηνοτροφία αλλά και άλλες εργασίες. 

Βόρεια του ανακτόρου ανασκάφηκε ένα μικρό ιερό. Πρόκειται για ένα μικρό τετράγωνο δωμάτιο, με ένα λίθινο θρανίο στη νότια πλευρά για την τοποθέτηση λατρευτικών αντικειμένων. Κατά τις ανασκαφές, πάνω στο θρανίο αποκαλύφθηκαν ένα πήλινο ειδώλιο θεάς με υψωμένα τα χέρια, μια τράπεζα προσφορών και πήλινα κυλινδρικά δοχεία με φίδια που σκαρφαλώνουν. Το ιερό αυτό ήταν δημόσιο, αφού ήταν ανεξάρτητο από το ανάκτορο. Ήταν αφιερωμένο στη μινωική «θεά των όφεων».

Η μεγάλη αρχαιολογική αξία της πόλης έγκειται στο γεγονός ότι μας δίνει μια εικόνα της καθημερινής ζωής των Μινωιτών, οι οποίοι ασχολούνται με τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία, την αγγειοπλαστική και την υφαντουργία. Αυτό το επιβεβαιώνουν τα διάφορα εργαλεία που βρέθηκαν (σμίλες, αγκίστρια, σφυριά, πριόνια, βελόνες κ.α.).





















Διαβάστε περισσότερα...