Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ολυμπιακοί αγώνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ολυμπιακοί αγώνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

Η νίκη ως το σύμβολο του πνεύματος και της ενότητας


Αρχικά, η νίκη αποτελούσε ένα σοβαρό κατόρθωμα, που τιμούσε όχι μόνο τον αθλητή αλλά και την πόλη του. Λίγα χρόνια μετά την Ομηρική εποχή, τα προσωπικά κατορθώματα δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά χωρίς τη συνεισφορά και την αναγνώριση της πόλης του αθλητή. Η νίκη του αθλητή συνδέθηκε άρρηκτα με τη νίκη της πόλης, η οποία συνιστούσε έτσι το μόνο συλλογικό σώμα με δικαίωμα να αποδίδει δόξα και τιμές.

Επίσης, εκείνο που είχε μεγάλη σημασία ήταν η αναγνώριση του προσωπικού κατορθώματος και η πλατιά αναγνώριση της σωματικής και ηθικής αρετής του αθλητή. Η "καρτερία" που επιδείκνυε κατά τη μακρά περίοδο προπόνησης και προσπάθειάς του θεωρούνταν εξαιρετική αρετή. Η ικανότητά του δηλαδή να υποφέρει σιωπηρά και να δείχνει υπομονή στην προπόνηση και την εξάσκηση ήταν μια από τις πιο σημαντικές αρετές που μπορούσε να κατακτήσει και ν' αναπτύξει στα αθλητικά χρόνια της ζωής του. "Κέρδισα στην πυγμαχία τρεις φορές με την ικανότητα και την αντοχή των χεριών μου" περηφανεύεται ένας πυγμάχος στην επιγραφή που παρήγγειλε προς τιμήν του. Ο Κικέρων σημειώνει ότι συχνά πρόθυμοι, αλλά όχι καλά εκπαιδευμένοι, πυγμάχοι μπορούσαν να υποφέρουν τα χτυπήματα περισσότερο απ' όσο τη ζέστη της Ολυμπίας! Ο κύριος στόχος, ωστόσο, όσων συναγωνίζονταν δεν ήταν ν' αναπτύξουν μια συγκεκριμένη σωματική ικανότητα εις βάρος των άλλων, αλλά να επιτύχουν μια ισορροπημένη ανάπτυξη τόσο των σωματικών όσο και των ηθικών αξιών.

Επιπλέον, η ηθική ανταμοιβή ήταν αυτό που έκανε τη νίκη να αξίζει όλες τις προσπάθειες και το σωματικό πόνο. Οι ολυμπιονίκεςμοιράζονταν το μεγαλείο και την αιώνια δόξα των πρώτων μυθικών ηρώων. Η νίκη ήταν η υψηλότερη τιμή που μπορούσε να πετύχει ένας θνητός, γιατί αποκτούσε φήμη αθάνατη, χάρη στους θεούς που τον ευνόησαν και τον βοήθησαν να κερδίσει. Η εύνοια των θεών και η πλατιά αναγνώριση που απολάμβανε ο νικητής από την πόλη του αποτελούσαν το υψηλότερο έπαθλο για το οποίο άξιζε να γίνει κάθε δυνατή προσπάθεια στον αγώνα, προκειμένου να κερδηθεί.

Η πρόκληση, τέλος, που αντιμετώπιζε ο ελληνικός κόσμος ήταν να προάγει τη συνεργασία και να επιδείξει πολιτική ενότητα. Χάρη στην εκεχειρία, όλες οι ελληνικές πόλεις μπορούσαν να στέλνουν τις επίσημες αποστολές τους, τις θεωρίες, να παρακολουθήσουν τους αγώνες. Οι πόλεις έδιναν μεγάλη σημασία στο ιερό, όπως φαίνεται από τις αποστολές που έστελναν και τους Θησαυρούς που ανέγειραν στην περιοχή. Εκεί, επίσης, διάβαζαν τα έργα τους οι διάσημοι Έλληνες φιλόσοφοι, ποιητές και ιστορικοί ενώπιον του κοινού. Αυτές οι εθνικές συναντήσεις εξελίχθηκαν σε ονομαστές πανελλήνιες γιορτές και αποτέλεσαν το μέσο για να προαχθεί η πολιτιστική συνείδηση και να ενδυναμωθεί η ελληνική ταυτότητα.
Διαβάστε περισσότερα...

Η απονομή των βραβείων και οι ειδικές τιμές

Η απονομή
Οι νικητές των αγώνων, φορώντας μια κόκκινη μάλλινη ταινία στο κεφάλι και κρατώντας ένα κλαδί φοίνικα στο δεξί χέρι, εισέρχονταν στο ναό του Δία. Η μάλλινη ταινία χρησιμοποιούνταν συνήθως για να κοσμήσει ιερά αντικείμενα και το κλαδί φοίνικα ήταν μνεία στο Θησέα, που ίδρυσε τους αγώνες στη Δήλο, στους οποίους οι νικητές στεφανώνονταν μ' ένα κλαδί φοινικιάς. Μέσα στο ναό υπήρχαν στεφάνια από αγριελιά, οι λεγόμενοι κότινοι, τοποθετημένα πάνω σε ένα χρυσελεφάντινο τραπέζι. Ο χάλκινος τρίποδας, πάνω στον οποίο έβαζαν τα στεφάνια σε παλαιότερους χρόνους, φυλασσόταν μέσα στο ναό. Οι νικητές των Ολυμπίων στεφανώνονταν με το πολύτιμο αυτό έπαθλο. Μάλιστα, επικρατούσε η άποψη ότι το στεφάνι προσέδιδε μαγικές ικανότητες στον αθλητή. Ο νικητής γινόταν ο ευνοούμενος των θεών, γιατί είχε κερδίσει με τη βοήθειά τους. Αυτή η τελετή συμβόλιζε τη μυστική επικοινωνία ανάμεσα στη θεότητα και τον άνθρωπο.

Σύμφωνα με την παράδοση, το στεφάνι από αγριελιά πρωτοκαθιερώθηκε ως έπαθλο από τον Ίφιτο, ακολουθώντας ένα χρησμό των Δελφών. Το κλαδί κοβόταν πάντοτε από την ίδια πανάρχαια αγριελιά, την Καλλιστέφανο, που βρισκόταν κοντά στο ναό του Δία. Και οι άλλοι πανελλήνιοι αγώνες ήταν στεφανήτες, στους νικητές δηλαδή δινόταν ως έπαθλο στεφάνι από δάφνη στα Πύθια, από πεύκο στα Ίσθμια και από σέλινο στα Νέμεα.

Ειδικές τιμές
Με την επιστροφή στην πατρίδα τους οι ολυμπιονίκες δέχονταν χρηματικά βραβεία και τιμητικούς τίτλους. Λέγεται ότι μερικές πόλεις έδιναν στους νικητές για έπαθλο πέντε τάλαντα, αλλά το ποσό διέφερε από πόλη σε πόλη.

Οι ολυμπιονίκες ταυτίζονταν με τους ήρωες και τους ημίθεους και δέχονταν πολλές τιμητικές διακρίσεις και προνόμια, τα οποία ποίκιλλαν από περιοχή σε περιοχή. Συνήθως η είσοδός τους στη πόλη ήταν εορταστική και ένδοξη, με το συγκεντρωμένο πλήθος να πετάει λουλούδια και φύλλα δέντρων. Ο ολυμπιονίκης εισερχόταν στην πόλη πάνω σε τέθριππο και σε ορισμένες περιπτώσεις γκρεμιζόταν ένα τμήμα του τείχους για την είσοδό του ως ένδειξη ότι τα τείχη δεν ήταν πια αναγκαία για την υπεράσπισή της, αφού διέθετε τέτοιους ήρωες. H υποδοχή των νικητών ήταν ανάλογη με αυτή που επιφυλασσόταν σε στρατηγούς, οι οποίοι επέστρεφαν νικητές από εκστρατείες. Ο ολυμπιονίκης επισκεπτόταν το ναό του προστάτη θεού της πόλης, θυσίαζε σε αυτόν και του πρόσφερε το στεφάνι του.

Την τελετή ακολουθούσε γιορτή. Οι νικητές είχαν το δικαίωμα να δειπνούν δωρεάν για την υπόλοιπη ζωή τους στο Πρυτανείο. Τους προσφερόταν μια τιμητική θέση στους δημόσιους αγώνες και, μετά τα μέσα του 5ου αι. π.κ.χ., εξαιρούνταν από την πληρωμή φορολογίας. Το όνομά τους χαρασσόταν σε στήλες σε δημόσιους χώρους. Στη Σπάρτη οι ολυμπιονίκες είχαν το δικαίωμα να πολεμούν μαζί με τους βασιλιάδες στον πόλεμο, μια ιδιαίτερα τιμητική διάκριση. Στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο, τα προνόμια αυξήθηκαν και οι Ρωμαίοι νικητές στους Ολυμπιακούς Αγώνες μπορούσαν να γίνουν μέλη της Βουλής.

Ο ολυμπιονίκης διατηρούσε τη φήμη του για πάντα. Στον ιερό χώρο της Ολυμπίας οι νικητές έστηναν τ' αγάλματα με τ' όνομά τους, τ' όνομα της οικογένειάς τους και της πόλης τους. Τα επινίκια, σύνθεση διάσημων ποιητών κατά παραγγελία του νικητή, εξασφάλιζαν την αθάνατη φήμη του.
Διαβάστε περισσότερα...

Χρόνος διεξαγωγής των Ολυμπιάδων

Οι Ολυμπιάδες, όπως και οι άλλοι πανελλήνιοι αγώνες, τελούνταν μια φορά στα τέσσερα χρόνια, σύμφωνα με το ελληνικό οκταετές ημερολόγιο. Οι ακριβείς ημερομηνίες των αγώνων υπολογίζονταν με βάση το σεληνιακό 28ήμερο μήνα. Οι αγώνες γίνονταν την πρώτη πανσέληνο μετά την εαρινή ισημερία, που σήμερα συμπίπτει με τα μέσα Ιουλίου. Αυτή ήταν η πιο ζεστή εποχή του χρόνου και πολλοί αθλητές έβρισκαν τη ζέστη αφόρητη.

Ο όρος "Ολυμπιάδα" χρησιμοποιούνταν επίσης για να περιγράψει το χρόνο που μεσολαβούσε μεταξύ δύο Ολυμπιακών Αγώνων. Στο διάστημα ανάμεσα σε δύο Ολυμπιάδες, οι Έλληνες συγκεντρώνονταν στις πανελλήνιες γιορτές που τελούνταν σε άλλα ιερά. Η σειρά των γιορτών ήταν η ακόλουθη:

Έτος
Εποχή
Αγώνες
540 π.κ.χ.
τέλος καλοκαιριού
55η Ολυμπιάδα
539 π.κ.χ.
καλοκαίρι
Νέμεα
538 π.κ.χ.
άνοιξη
Ίσθμια
537 π.κ.χ.
καλοκαίρι
Νέμεα
536 π.κ.χ.
άνοιξη
Ίσθμια
536 π.κ.χ.
τέλος καλοκαιριού
56η Ολυμπιάδα

Οι Ολυμπιάδες αποτελούσαν τη βάση ενός εθνικού συστήματος χρονολόγησης και ονομάζονταν σε κάθε διοργάνωσή τους από το νικητή στο αγώνισμα της σταδιοδρομίας. Αργότερα, στις αρχές του 4ου αιώνα π.κ.χ., ο σοφιστής Ιππίας ο Ήλειος αρίθμησε όλες τις Ολυμπιάδες σε σχέση με την πρώτη, το 776 π.κ.χ. Ο κατάλογος των Ολυμπιάδων συμπληρώθηκε αργότερα από τον Αριστοτέλη, τον Ερατοσθένη, το Φλέγονα τον Τραλλέα και τον Ιούλιο τον Αφρικανό.
Διαβάστε περισσότερα...

Εισαγωγή των αγωνισμάτων στο ολυμπιακό πρόγραμμα

1η        776 π.κ.χ.         Στάδιο (αγώνας μονής διαδρομής)
14η      724 π.κ.χ.         Δίαυλος (αγώνας διπλής διαδρομής, 400 μ.)
15η      720 π.κ.χ.         Δόλιχος (αγώνας αντοχής, 2.000 μ.)
18η      708 π.κ.χ.         Πένταθλο και Πάλη
23η      688 π.κ.χ.         Πυγμαχία
25η      680 π.κ.χ.         Τέθριππο (αρματοδρομία τεσσάρων αλόγων)
33η      648 π.κ.χ.         Ιπποδρομία και Παγκράτιο (ελεύθερη πάλη)
37η      632 π.κ.χ.         Βάδην και Πάλη παίδων
38η      628 π.κ.χ.         Πένταθλον παίδων (έγινε μόνο μια φορά)
41η      616 π.κ.χ.         Πυγμαχία παίδων
65η      520 π.κ.χ.         Οπλίτης δρόμος
70η      500 π.κ.χ.         Απήνη (αρματοδρομία δύο ημιόνων)
93η      408 π.κ.χ.         Συνωρίδα δύο αλόγων
96η      396 π.κ.χ.         Διαγωνισμός αυλητών και κηρύκων
99η      384 π.κ.χ.         Τέθριππο για τέλεια άλογα (άλογα ενός έτους)
128η    268 π.κ.χ.         Αρματοδρομία για δύο τέλεια άλογα (άλογα ενός έτους)
131η    256 π.κ.χ.         Ιπποδρομία για τέλεια άλογα (άλογα ενός έτους)
145η    200 π.κ.χ.         Παγκράτιο παίδων
Διαβάστε περισσότερα...

Προετοιμασία και διεξαγωγή των ολυμπιακών αγώνων


Ένα σύνολο κανόνων, που κοινοποιούνταν την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων, ρύθμιζε την οργάνωση των αγωνισμάτων.Βασικός περιορισμός αφορούσε τους μη Έλληνες, τους δούλους και τις γυναίκες, στους οποίους απαγορευόταν η συμμετοχή. Όσον αφορά τους αθλητές που επιθυμούσαν να συμμετάσχουν υποχρεούνταν να προσέλθουν στην Ήλιδα ένα μήνα πριν τους αγώνες και να προπονηθούν υπό την επίβλεψη των ελλανοδικών (κατά λέξη, των κριτών των Ελλήνων). Αυτό ήταν ένα είδος προκαταρκτικής ή δοκιμαστικής προπόνησης, κατά τη διάρκεια της οποίας οι κριτές ήταν ελεύθεροι να επιλέξουν όσους είχαν προπονηθεί καλά. Επίσης, οι αθλητές έπρεπε να αποδείξουν ότι προπονούνταν συστηματικά τους τελευταίους δέκα μήνες πριν τους αγώνες.

Με την άφιξή τους στην Ήλιδα οι αθλητές συνέχιζαν την προπόνηση. Εκεί υπήρχαν δύο Γυμνάσια που οι αθλητές μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για προπόνηση πριν τους αγώνες: ο Ξυστός για τους δρομείς και τους πενταθλητές και το Τετράγωνο για τους παλαιστές και τους πυγμάχους. Το Γυμνάσιο που προοριζόταν για την προπόνηση των παίδων ονομαζόταν Μαλθώ. Για την εκγύμανση των αθλητών στην Ήλιδα υπήρχε και μια παλαίστρα.

Επιπλέον, ένα από τα κύρια καθήκοντα των ελλανοδικών ήταν να κρίνουν την ηλικία των αθλητών που θα συμμετείχαν στους αγώνες και ανάλογα με αυτή να τους κατατάξουν σε διαφορετικές ομάδες. Οι πολύ μικροί δε γίνονταν δεκτοί, ενώ όσοι είχαν ενηλικιωθεί μπορούσαν να συμμετέχουν στους αγώνες ανδρών και οι παίδες στα ειδικά αγωνίσματα που διεξάγονταν τη δεύτερη μέρα των αγώνων.

Όσοι ήθελαν να λάβουν μέρος και γίνονταν δεκτοί δεν μπορούσαν να παραιτηθούν ή να αποσυρθούν. Επίσης, χάρη στον κανόνα της εφεδρείας, οι αθλητές που έμεναν χωρίς αντίπαλο είχαν το δικαίωμα να αγωνιστούν με το νικητή του δεύτερου γύρου. Έτσι λοιπόν ο έφεδρος, εκείνος που περίμενε, είχε την ευκαιρία να συμμετάσχει στους αγώνες.

Οι ελλανοδίκες, συνεπικουρούμενοι από τους αλυτάρχες, επέβαλλαν σε όσους δεν υπάκουαν στους κανόνες ποινές, που περιλάμβαναν σωματική τιμωρία, χρηματικό πρόστιμο έως και αποκλεισμό από τους αγώνες. Οι σωματικές ποινές εκτελούνταν από τους ραβδούχους και τους μαστιγοφόρους. Αν ένας αθλητής δεν μπορούσε να πληρώσει το πρόστιμο, το κατέβαλε η πόλη του, για να μην αποκλειστεί από τους αγώνες. Τα έσοδα από τα πρόστιμα χρησιμοποιούνταν για να κατασκευαστούν τα αγάλματα του Δία, οι Ζάνες, που τοποθετούνταν στο χώρο του ιερού.
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

Πάλη - Αγώνισμα Πένταθλου


Πρόκειται για το παλαιότερο και πλέον διαδεδομένο άθλημα στον κόσμο. Η πρώτη περιγραφή του βρίσκεται στην Ιλιάδα, στους ταφικούς αγώνες που οργανώθηκαν προς τιμήν του Πατρόκλου, φίλου του Αχιλλέα, όπου αναμετρήθηκαν στην πάλη ο Αίας ο Τελαμώνιος με τον Οδυσσέα. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Θησέας ήταν εκείνος που εφηύρε τις τεχνικές της πάλης, όταν πάλεψε και σκότωσε τον Κερκύονα.

Η πάλη ως ανεξάρτητο αγώνισμα και ως μέρος του πεντάθλου εισήχθη στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 708 π.κ.χ., ενώ η πάλη παίδων καθιερώθηκε το 632 π.κ.χ. Μεγάλη αξία δινόταν σε αυτήν ως μία μορφή στρατιωτικής άσκησης. Το άθλημα αυτό διακρινόταν στην ορθία πάλη ή ορθοπάλη ή σταδαία πάλη και στην αλίνδησιν ή κύλισιν ή κάτω πάλη. Οι παλαιστές στην αρχή στέκονταν αντιμέτωποι με τα πόδια λυγισμένα και ελαφρά ανοιχτά, μία στάση που ονομαζόταν σύστασις ή παράθεσις. Σε αντίθεση με σήμερα, σύστημα βαθμολογίας δεν είχε αναπτυχθεί ούτε και γινόταν διαφοροποίηση ανάλογα με το βάρος των αθλητών.

Ορθία πάλη
Σκοπός αυτού του είδους πάλης ήταν οι παλαιστές να ρίξουν απλώς τον αντίπαλο στο έδαφος. Τρεις πτώσεις σήμαιναν μια ήττα και ο νικητής αποκαλούνταν τριακτήρ. Ο αγώνας συνεχιζόταν μέχρι τελικής πτώσεως ενός εκ των δύο αθλητών. Στην ορθία πάλη γυμναζόταν το επάνω μέρος του σώματος παλαιστών (κεφαλή, τράχηλος, ώμοι, χέρια, θώρακας, μέση).

Αλίνδησις
Σε αυτό το είδος πάλης γυμναζόταν κυρίως το κάτω μέρος του σώματος (μέση, μηροί, γόνατα) και τα χέρια. Ο αγώνας τελείωνε με την παραδοχή της ήττας ενός εκ των δύο αθλητών με ανάταση του δεξιού χεριού του με το δείκτη τεντωμένο.
  
Κανόνες της πάλης
Οι αθλητές διέμεναν και προπονούνταν σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους, τις παλαίστρες, ενώ οι αγώνες διεξάγονταν για τη μεν ορθία πάλη στην άμμο πάνω στο σκάμμα, για τη δε αλίνδησιν στο κήρωμα, μια λασπωμένη αρένα. Οι παλαιστές συνήθιζαν να αλείφουν με λάδι ελιάς το σώμα τους πριν τον αγώνα.

Κατά τη διάρκεια ενός αγώνα πάλης επιτρέπονταν οι τρικλοποδιές και οι λαβές, ανεξάρτητα από το πόσο επικίνδυνες και βίαιες μπορεί να ήταν, όπως για παράδειγμα το άμμα (πιάσιμο σε κόμπο), το άγχειν (αποπνιγμός), το ράσσειν (πτώση στο έδαφος), το τραχηλίζειν (λαβή από τον τράχηλο), το διαλαμβάνειν (λαβή από τη μέση) κλπ. Ωστόσο, τα χτυπήματα δεν επιτρέπονταν, όπως και τα δαγκώματα, καθώς και ο αγώνας έξω από τα όρια του σκάμματος.


Ο παλαιστής
Ο Φιλόστρατος υποστηρίζει ότι ένας καλός παλαιστής πρέπει να έχει συμμετρικό σώμα και ανάστημα, γερούς ώμους και χέρια και όχι λεπτό λαιμό, το στέρνο του να είναι φαρδύ και τα πλευρά του γερά, η κοιλιά επίπεδη και το ισχίο ευλύγιστο, οι μηροί και τα πόδια δυνατά και να δίνει την εντύπωση στιβαρού αγάλματος.

Διάσημοι παλαιστές υπήρξαν ο περίφημος Μίλων και ο Τιμασίθεος από τον Κρότωνα, ο Ιπποσθένης και ο γιος του Ετοιμοκλής από τη Σπάρτη, ο Αριστόδημος από την Ηλεία και ο Ισίδωρος από την Αλεξάνδρεια.
Διαβάστε περισσότερα...

Ακόντιο - Αγώνισμα Πένταθλου


Οι αρχαίοι Έλληνες φρόντιζαν να ασκούνται συχνά στη ρίψη του ακοντίου, αφού αυτό αποτελούσε το βασικό επιθετικό τους όπλο. Στην Ιλιάδα αναφέρεται ότι στις περιόδους ανάπαυλας από τις μάχες οι Αχαιοί έριχναν ακόντιο και δίσκο, ενώ στην Οδύσσεια πληροφορούμαστε ότι οι μνηστήρες της συζύγου του Οδυσσέα, Πηνελόπης, διασκέδαζαν ρίχνοντας ακόντιο και δίσκο σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο.

Ο εξοπλισμός του ακοντισμού
Το ακόντιο που χρησιμοποιούσαν οι αθλητές ήταν ένα ξύλινο κοντάρι, μήκους 1,5 έως 2 μ., με τη μία του άκρη μυτερή και ελαφρύτερο από εκείνο που χρησιμοποιούσαν οι πολεμιστές. Δεν είναι βέβαιο αν το ακόντιο είχε απλώς μυτερή άκρη ή μεταλλική αιχμή, όπως αυτή που χρησιμοποιούσε ο στρατός. Ο Ησύχιος αναφέρει ότι αυτό το είδος του ακοντίου ονομαζόταν αποτομάς. Και οι δύο τύποι απαντούν σε διακοσμήσεις αγγείων. Το ακόντιο με μυτερή άκρη ήταν αναγκαίο στην άσκηση με στόχο, για να μπορεί να καρφώνεται σε αυτόν. Ωστόσο, από αναφορές του ρήτορα Αντιφώντα φαίνεται ότι συνέβαιναν ατυχήματα με αυτό το ακόντιο, όπως στην περίπτωση του θανάτου ενός παιδιού από ρίψη ακοντίου κατά τη διάρκεια ασκήσεων. Ο Ξενοφών, στο έργο του Περί Ιππικής, προκειμένου να αποφεύγονται τέτοιου είδους συμβάντα, πρότεινε να καλύπτεται το ακόντιο με μία σφαίρα Όταν το ακόντιο δεν είχε πρόσθετη αιχμή, τοποθετούνταν στην άκρη του ένα μεταλλικό δαχτυλίδι, για να είναι το κέντρο βάρος του προς τα εμπρός, δίνοντάς του ακρίβεια και σταθερότητα στην πορεία.

Η κυριότερη διαφορά ανάμεσα στο αρχαίο και το σύγχρονο ακόντιο είναι ότι οι αθλητές της αρχαίας Ελλάδας προσάρμοζαν την αγκύλη, μια δερμάτινη λωρίδα σαν θηλιά, που δενόταν στο κέντρο βάρους του ακοντίου και όπου ο αθλητής περνούσε το δείκτη και το μέσο δάκτυλο. Κάθε αθλητής έδενε την αγκύλη στο σημείο που τον εξυπηρετούσε περισσότερο, ενώ στα πολεμικά ακόντια οι αγκύλες ήταν τοποθετημένες σε σταθερό σημείο.

Η αγκύλη υποβοηθούσε τη ρίψη με δύο τρόπους:
- Αύξανε τη δύναμη της βολής, γιατί έκανε ασφαλέστερη τη λαβή.
- Επέτρεπε στο ακόντιο μια περιστροφική κίνηση γύρω από τον άξονά του, σταθεροποιώντας την πορεία του και προωθώντας το μακρύτερα.


Κανόνες του ακοντισμού
Οι αθλητές του αγωνίσματος συναγωνίζονταν στον εκηβόλο (βολή σε μήκος) και στο στοχαστικό ακοντισμό (βολή σε προκαθορισμένο στόχο).

Εκηβόλος ακοντισμός
Η ρίψη ακοντίου γινόταν στο Στάδιο και στις απεικονίσεις αγγείων φαίνεται ότι ο αθλητής ξεκινούσε από κάποιο σταθερό σημείο, πιθανόν από τη βαλβίδα του στίβου, κάνοντας μερικά βήματα πριν το πετάξει. Το ακόντιο έπρεπε να πέσει μέσα σε μια περιοχή που ήταν καθορισμένη από τις τρεις πλευρές και η προσπάθεια του αθλητή ήταν άκυρη εάν κατέληγε έξω από αυτήν. Οι ρίψεις σημειώνονταν με ένα μικρό πάσσαλο.

Η τεχνική ρίψης του ακοντίου είναι όμοια με αυτή που χρησιμοποιούν οι αθλητές σήμερα, με μόνη διαφορά την αξιοποίηση της αγκύλης. Ο αθλητής έδενε την αγκύλη στο ακόντιο, όσο πιο σφιχτά μπορούσε, τη δοκίμαζε αρκετές φορές και περνούσε από τη θηλιά το δείκτη και το μεσαίο του δάχτυλο. Πριν ξεκινήσει την προσπάθειά του, έσπρωχνε το ακόντιο πίσω με το αριστερό του χέρι, για να τεντώσει η αγκύλη, την οποία ο ακοντιστής έσφιγγε με τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού. Μετά, κρατώντας το ακόντιο, ο αθλητής έστρεφε το σώμα στην κατεύθυνση της ρίψης και έπαιρνε φόρα. Μερικά βήματα πριν τη ρίψη, τραβούσε το δεξί του χέρι πίσω, έστρεφε το σώμα και το κεφάλι προς τα δεξιά, έβαζε το δεξί πόδι μπροστά από το αριστερό και τραβούσε το αριστερό του χέρι πίσω για να βοηθήσει τη στροφή. Μετά, λυγίζοντας ελαφρά τα γόνατα, τέντωνε το αριστερό του πόδι μπροστά, για να σταματήσει τη φορά του, ώστε να μείνει πίσω από την καθορισμένη γραμμή ρίψης, και το ακόντιο εκσφενδονιζόταν.

Στοχαστικός ακοντισμός
Η ρίψη ακοντίου σε στόχο γινόταν συνήθως από άλογο. Σε αυτό το αγώνισμα, ενώ το άλογο κάλπαζε, ο αναβάτης έπρεπε να ρίξει το ακόντιο σε ένα στρογγυλό στόχο, πιθανότατα ασπίδα. Η κίνηση του αλόγου επηρέαζε τη σταθερότητα του αναβάτη και περιόριζε τον έλεγχο που είχε στις κινήσεις του. Ο αναβάτης έπρεπε να μπορεί να πετύχει απόλυτο συντονισμό, ανάμεσα στο ρυθμό καλπασμού του αλόγου και την κίνηση του χεριού του, ενώ πάντα κρατούσε τα μάτια καρφωμένα στο στόχο. Ο στοχαστικός ακοντισμός ή έφιππος ήταν ένα από τα κύρια αγωνίσματα των Παναθηναίων και των Ηραίων.


Ο ακοντιστής
Ο αθλητής έτρεχε μια μικρή απόσταση κρατώντας το ακόντιο οριζόντια και στο ύψος του κεφαλιού, όπως και σήμερα, και το εκσφενδόνιζε μόλις πατούσε στη βαλβίδα. Στο στοχαστικό ακοντισμό, όπου ο αθλητής σημάδευε έφιππος, απαιτούνταν σταθερό μάτι, δυνατό χέρι και η ευλυγισία ενός έμπειρου αναβάτη.
Διαβάστε περισσότερα...

Άλμα - Αγώνισμα Πένταθλου


Στους αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες το άλμα διεξαγόταν στο πλαίσιο κυρίως του πεντάθλου και σπανιότατα ως ξεχωριστό αγώνισμα. Υπάρχει μία αναφορά σε αυτό ως ανεξάρτητο άθλημα σε μία αναθηματική επιγραφή στον αλτήρα του αθλητή Επαίνετου από την Ελευσίνα. Για πρώτη φορά γίνεται αναφορά στο άλμα στην Οδύσσεια του Ομήρου, στους αγώνες που δόθηκαν από τους Φαίακες προς τιμήν του Οδυσσέα.

Δεν είναι γνωστό εάν το άλμα εις μήκος ήταν απλούν, διπλούν ή τριπλούν. Θεωρούνταν πάντως ιδιαίτερα επίπονο, επειδή απαιτούσε ταυτόχρονα συντονισμό των μελών του αθλητή και συγχρονισμό των κινήσεών του. Για αυτό και κατά καιρούς συνοδευόταν από έναν αυλητή, του οποίου οι ήχοι υπογράμμιζαν το ρυθμό και τη μουσική ροή ενός καλά εκτελεσμένου άλματος.


Ο εξοπλισμός του άλτη
Αντίθετα με το σύγχρονο άλμα, όπου ο μόνος εξοπλισμός του άλτη είναι τα αθλητικά του παπούτσια, στους αρχαίους Ολυμπιακούς χρησιμοποιούσαν λίθινα ή μολύβδινα βάρη, τους αλτήρες. Τα βασικά αυτά εξαρτήματα κατασκευάζονταν σε διάφορα σχήματα και οι κυριότεροι τύποι τους ήταν οι μακροί και οι σφαιροειδείς, που ήταν σε χρήση τον 6ο και 5ο αι. π.κ.χ. Ορισμένοι αλτήρες είχαν το σχήμα απλών κώνων με κοιλώματα, ώστε να μπορεί να τους πιάνει καλά ο αθλητής. Το βάρος τους ποίκιλλε ξεκινώντας από τα 1.616 γραμμάρια, ενώ υπάρχουν παραδείγματα αφιερωμάτων που έφταναν έως και τα 4.629 γραμμάρια. Η χρήση των αλτήρων επέτρεπε στους άλτες να επιτύχουν καλύτερες επιδόσεις.

Κανόνες του άλματος
Το αγώνισμα διεξαγόταν σε σκάμμα μήκους περίπου 50 ποδών, γεμάτο μαλακό χώμα ώστε να φαίνονται τα αποτυπώματα των  ποδιών των αθλητών. Ο Φιλόστρατος αναφέρει ότι εάν δεν υπήρχε το αποτύπωμα και των δύο ποδιών το άλμα θεωρούνταν άκυρο. Στη μία πλευρά του σκάμματος υπήρχε ένα σταθερό σημείο, οβατήρας, απ' όπου ξεκινούσαν οι αθλητές και μετριόνταν τα άλματα. Το μήκος του άλματος καταγραφόταν μ' ένα ξύλινο κοντάρι, τονκανόνα.

Ο άλτης
Μια διαφορά ανάμεσα στον άλτη των αρχαίων και των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων είναι ότι ο πρώτος αποκτούσε επιτάχυνση χρησιμοποιώντας τους αλτήρες. Δεν έχει εξακριβωθεί απόλυτα εάν οι αθλητές έτρεχαν για να επιτύχουν μεγαλύτερη επιτάχυνση πριν το άλμα. Ωστόσο, από παραστάσεις αγγείων φαίνεται ότι ο αθλητής, κρατώντας τους αλτήρες, έτρεχε μέχρι το βατήρα και αιωρώντας τους πίσω εμπρός επιχειρούσε το άλμα του με τεντωμένα μπροστά τα χέρια. Λίγο προτού προσγειωθεί στο σκάμμα, με τα πόδια κλειστά, πετούσε τους αλτήρες προς τα πίσω.
Διαβάστε περισσότερα...

Δίσκος - Αγώνισμα Πένταθλου


Ο δίσκος συγκαταλέγεται στα αγωνίσματα που η αφετηρία τους δε σχετίζεται με στρατιωτικά γυμνάσια ή αγροτικές εργασίες. Οι πρώτες περιγραφές αυτού του αγωνίσματος βρίσκονται στην Ιλιάδα του Oμήρου και στους επιτάφιους αγώνες που διοργάνωσε ο Αχιλλέας προς τιμήν του νεκρού του φίλου Πατρόκλου. Εκεί, στο αγώνισμα του δίσκου νικητής αναδείχθηκε ο Πολυποίτης, που έλαβε ως έπαθλο το σόλο, την ακατέργαστη δηλαδή μάζα από σίδηρο, που ο ίδιος έριξε. Στην Οδύσσεια, στους αγώνες των Φαιάκων προς τιμήν του Οδυσσέα, στο δίσκο κέρδισε ο ίδιος ο Ιθακήσιος ήρωας. Στην ελληνική μυθολογία, ο δίσκος έχει συνδεθεί με διαφόρους θανάτους από ατύχημα, όπως, για παράδειγμα, εκείνον του Υακίνθου τον οποίο ο φίλος του Απόλλωνας σκότωσε κατά λάθος με το δίσκο, όταν το φύσημα του Ζεφύρου τον έβγαλε από την πορεία του.

Εξοπλισμός του δισκοβόλου
Τα αρχαιολογικά ευρήματα δείχνουν ότι οι δίσκοι ήταν αρχικά φτιαγμένοι από πέτρα και αργότερα από χαλκό κυρίως, αλλά και από σίδηρο ή μολύβι. Ο δίσκος, όπως και σήμερα, αποτελούνταν από δύο κυρτές καμπύλες με μεγάλη περιφέρεια και ποίκιλλε από περίπου 17 έως 32 εκατοστά σε διάμετρο και από 1,3 έως 5,7 κιλά σε βάρος. Ωστόσο, έχουν βρεθεί και μεγαλύτεροι δίσκοι που το πιθανότερο ήταν αφιερώματα, όπως εκείνος του Πόπλιου στην Ολυμπία, ενώ συχνά έφεραν εγχάρακτη διακόσμηση με αθλητικές παραστάσεις, όπως ο δίσκος του Βερολίνου.

Ο Παυσανίας αναφέρει ότι, προκειμένου οι δισκοβόλοι να αγωνίζονται "επί ίσοις όροις", τρεις ισομεγέθεις δίσκοι φυλάσσονταν στην Ολυμπία, στο Θησαυρό των Σικυωνίων.

Κανόνες ρίψης δίσκου
Η ρίψη του δίσκου γινόταν ως εξής: αφού πρώτα ο δισκοβόλος είχε τρίψει τα χέρια και το δίσκο του με άμμο, ώστε να μη γλιστρούν, στεκόταν στη βαλβίδα με το αριστερό του πόδι μπροστά και έριχνε το βάρος του σώματος στο δεξί, εφόσον επρόκειτο για δεξιόχειρα αθλητή. Ο δίσκος, τον οποίο ο αθλητής κρατούσε με το δεξί του χέρι, αιωρούνταν πάνω κάτω μερικές φορές. Όταν ο δίσκος ήταν πάνω από το ύψος του ώμου, χρησιμοποιούσε και το αριστερό του χέρι για να τον στηρίξει. Κάθε φορά που ο δίσκος αιωρούνταν προς τα κάτω και πίσω, ο δισκοβόλος έστρεφε το σώμα του ελαφρά προς τα δεξιά. Στη συνέχεια, λυγίζοντας ελαφρά τα πόδια, μετέφερε το βάρος του από το δεξί στο αριστερό και σκύβοντας προς τα εμπρός εκσφενδόνιζε με δύναμη το δίσκο. Δεν είναι γνωστό εάν οι δισκοβόλοι εκτελούσαν βήματα φοράς ή περιστροφή, όπως συμβαίνει σήμερα.

Μικροί ξύλινοι πάσσαλοι ή καρφιά σημάδευαν το σημείο πτώσης του δίσκου, ενώ το μήκος της ρίψης μετριόταν με κοντάρια.

Ο δισκοβόλος
Οι φυσικές κινήσεις του αθλητή ρίψης δίσκου δεν έχουν αλλάξει σημαντικά από την Αρχαιότητα έως σήμερα. Μάλιστα, η τεχνική ήταν πολύ κοντά σε αυτή της σημερινής τεχνικής ελεύθερης ρίψης. Για να πετάξει καλά το δίσκο, ο αθλητής έπρεπε να τον κρατήσει ψηλά με το ένα χέρι και να τον συγκρατήσει με το άλλο. Μετά, έπρεπε να τον στρέψει με δύναμη προς τα κάτω και μπροστά ή προς το πλάι και μπροστά. Η κίνηση αυτή αξιοποιούσε τους μύες του ώμου, του στήθους και των πλευρών.

Η ρίψη του δίσκου απαιτούσε ρυθμό, ακρίβεια και δύναμη. Αντίθετα από τις μυθολογικές αναφορές, δεν υπάρχουν πληροφορίες για ατυχήματα κατά τη διάρκεια των αγώνων, γιατί οι θεατές κάθονταν στα αναχώματα.

Γνωστοί δισκοβόλοι ήταν ο Φάυλλος από τον Κρότωνα, που λέγεται ότι έριξε το δίσκο του 28,10 μέτρα, και ο Φλεγύας που μπορούσε να στέλνει το δικό του από τη μία όχθη του Αλφειού στην άλλη, στο πλατύτερο σημείο του.
Διαβάστε περισσότερα...

Πένταθλο - Αγώνισμα ολυμπιακών αγόνων


Το πένταθλο προστέθηκε το 708 π.κ.χ., στη 18η oλυμπιάδα, και αποτελούνταν από 5 αγωνίσματα: δίσκο, ακόντιο, άλμα, δρόμο και πάλη. Ο δρόμος και η πάλη ήταν και ξεχωριστά αγωνίσματα στους πανελλήνιους αγώνες, αλλά το άλμα, ο δίσκος και το ακόντιο διεξάγονταν μόνο ως μέρος του πεντάθλου. Σύμφωνα με τη μυθολογία, το πένταθλο καθιέρωσε ο Ιάσoνας. Συνδύασε τα πέντε αγωνίσματα και απένειμε το έπαθλο στο φίλο του Πηλέα (που ήρθε δεύτερος σε όλα εκτός από την πάλη, στην οποία νίκησε).

Η σειρά διεξαγωγής των πέντε αγωνισμάτων δεν είναι γνωστή. Πιθανότατα το πένταθλο να ξεκινούσε με το δρόμο ή με το άλμα. Το βέβαιο πάντως είναι ότι τελείωνε με την πάλη.

Κανόνες του πένταθλου
Το πένταθλο συνδύαζε τα δύο είδη αγωνισμάτων που υπήρχανστον αρχαίο κόσμο: τα ελαφρά αγωνίσματα (άλμα, δρόμος και ακόντιο) και τα βαρέα (δίσκος και πάλη).

Οι πηγές δε διασαφηνίζουν τον τρόπο ανάδειξης νικητή. Δεν είναι, λοιπόν, γνωστό αν το στεφάνι της νίκης κέρδιζε ο αθλητής που είχε έρθει πρώτος και στα πέντε αγωνίσματα ή μόνο στα τρία, εκ των οποίων το ένα υποχρεωτικά ήταν η πάλη.

Ο πενταθλητής
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, οι πενταθλητές είναι οι καλύτεροι αθλητές, γιατί έχουν τα φυσικά χαρίσματα τόσο της ταχύτητας όσο και της δύναμης.

Η συμμετοχή στο πένταθλο απαιτούσε ένα συνδυασμό ικανοτήτων, όπως η ταχύτητα, η δύναμη, η δεξιοτεχνία και η αντοχή, και οι πενταθλητές θεωρούνταν αθλητικά πρότυπα.
Διαβάστε περισσότερα...

Δρόμος - Αγώνισμα ολυμπιακών αγόνων


 Πρόκειται για ένα από τα παλαιότερα αγωνίσματα. Η πρώτη αναφορά σε αυτό γίνεται στον Όμηρο, στην Ιλιάδα, όπου νικητής ανακηρύχθηκε ο Οδυσσέας. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Ιδαίος Ηρακλής, πρόγονος του γενάρχη των Ηλείων, ήταν εκείνος που πρώτος οργάνωσε το άθλημα του δρόμου. Επιπλέον, όρισε το μήκος του σταδίου (600 πόδια) στην Ολυμπία, έβαλε τους αδελφούς του Κουρήτες να αγωνιστούν και στεφάνωσε το νικητή με στεφάνι από αγριελιά.

Τα παιδιά διδάσκονταν από μικρή ηλικία τις τεχνικές και τη φιλοσοφία του δρόμου και η συνεχής, καθημερινή άσκησή τους σε αυτόν αποτελούσε βασικό μέρος της αγωγής τους. Άλλωστε, και ο Πλάτων στους Νόμους του έχει τονίσει τη σημασία του αγωνίσματος στη γενικότερη προετοιμασία των νέων στον πόλεμο.
  
Ο εξοπλισμός του αγωνίσματος του δρόμου
Οι αγώνες δρόμου γίνονταν στο Στάδιο, το μήκος του οποίου ποίκιλλε από πόλη σε πόλη, αφού διέφερε ο πους που χρησιμοποιούνταν ως μονάδα μέτρησης. Για παράδειγμα, το Στάδιο στην Ολυμπία είχε μήκος 192,28 πόδια, στους Δελφούς 177, 5 και στην Αθήνα 184,96. Ένας ισόπεδος χώρος δίπλα σε λόφους ή σε πλαγιές τους αποτελούσε τη συνήθη επιλογή για την κατασκευή ενός Σταδίου. Αρχικά, η αφετηρία και το τέρμα του στίβου καθορίζονταν από απλές γραμμές χαραγμένες στο χώμα. Από τον 5ο αι. π.κ.χ., στα σημεία αυτά τοποθετήθηκαν οι βαλβίδες, δηλαδή μόνιμες μακρόστενες λίθινες πλάκες με σκαλισμένες κατά μήκος δύο παράλληλες εγκοπές. Οι θέσεις των δρομέων διαχωρίζονταν από πασσάλους τοποθετημένους σε κοιλότητες. Στην Ύστερη Κλασική εποχή επινοήθηκε μία μηχανή άφεσης, η ύσπληξ, που βασίστηκε στην τεχνολογία του καταπέλτη. Θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει μία σημαντική μεταβολή στους αγώνες δρόμου, εφόσον εξασφάλιζε την ταυτόχρονη εκκίνηση όλων των αθλητών, αποκλείοντας έτσι οποιαδήποτε μεροληψία από πλευράς κριτών. Στα αγωνίσματα δρόμου με μήκος μεγαλύτερο του σταδίου το σημείο στροφής οριζόταν από πάσσαλο ή κιονίσκο και ονομαζόταν καμπτήρ.

Όσον αφορά τους δρομείς, αρχικά φορούσαν ένα κομμάτι ύφασμα γύρω από τη μέση τους. Αργότερα, αυτό εγκαταλείφθηκε και οι αθλητές έτρεχαν εντελώς γυμνοί. Μόνη εξαίρεση ήταν ο οπλίτης δρόμος, στον οποίο οι αθλητές φορούσαν κράνος και κνημίδες και κρατούσαν ασπίδες. Ωστόσο, τον 5ο αι. π.κ.χ. καταργήθηκαν οι κνημίδες και μετά τον 4ο αι. π.κ.χ. και το κράνος, οπότε οι δρομείς έτρεχαν μόνο με τη βαριά ξύλινη, επενδυμένη με χαλκό, ασπίδα.
  
Τα αγωνίσματα και οι κανόνες του δρόμου
Το στάδιο ήταν ο βασικός αγώνας ταχύτητας και το παλαιότερο αγώνισμα. Στην Ολυμπία ήταν το μόνο αγώνισμα από την 1η (776 π.κ.χ.) έως τη 13η Ολυμπιάδα (728 π.κ.χ.). Εξαιτίας μάλιστα της σπουδαιότητάς του, συνηθιζόταν ο νικητής του σταδίου να δίνει το όνομά του σε κάθε Ολυμπιάδα.

Ο δίαυλος ήταν επίσης αγώνας ταχύτητας, κατά τον οποίο οι δρομείς τρέχοντας σε τετράδες έπρεπε να καλύψουν την απόσταση δύο σταδίων (περίπου 400 μ.). Εισήχθη στο πρόγραμμα των ολυμπιακών αγωνισμάτων στη 14η Ολυμπιάδα (724 π.κ.χ.) και, όπως και στο στάδιο, γίνονταν προκριματικοί και τελικοί αγώνες.

Ο δόλιχος ήταν δρόμος αντοχής, όπου οι αθλητές έπρεπε να καλύψουν απόσταση 7-24 στάδια (1.400-4.800 μ.). Το αγώνισμα αυτό εισήχθη στο πρόγραμμα στη 15η Ολυμπιάδα (720 π.κ.χ.) και ως πρώτος νικητής αναφέρεται ο Άκανθος από τη Λακωνία. Ο δόλιχος θεωρείται ότι προήλθε από τις αποστάσεις που διένυαν οι κήρυκες της ιερής εκεχειρίας και οι ημεροδρόμοι ή δρομοκήρυκες, οι αγγελιαφόροι δηλαδή που μετέφεραν ειδήσεις και μηνύματα σ' όλη τη χώρα.

Ο οπλίτης δρόμος ήταν δρόμος ταχύτητας και ένα από τα πλέον θεαματικά αγωνίσματα. Οι δρομείς κάλυπταν την απόσταση δύο σταδίων -σπανιότερα τεσσάρων- φέροντας κράνος, κνημίδες και ασπίδα. Ο Παυσανίας (V.12.8) αναφέρει ότι στο ναό του Δία στην Ολυμπία φυλάσσονταν 25 τέτοιες ασπίδες, που μοιράζονταν στους οπλιτοδρόμους, έτσι ώστε όλοι οι αθλητές να φέρουν ασπίδες ίδιου βάρους. Το αγώνισμα αυτό εισήχθη στο πρόγραμμα στην 65η Ολυμπιάδα (520 π.κ.χ.) και, σύμφωνα με την παράδοση, γινόταν προς τιμήν κάποιου ήρωα που έπεσε μαχόμενος.

Υπήρχε και αγώνισμα δρόμου ημιαντοχής, ο ίππιος, που, ενώ συμπεριλαμβανόταν στα Νέμεα, στα Ίσθμια, στα Παναθήναια και σε άλλους τοπικούς αγώνες, δεν ανήκε στο πρόγραμμα των ολυμπιακών αγωνισμάτων. Οι δρομείς καλούνταν να διανύσουν τέσσερις φορές την απόσταση ενός σταδίου (περίπου 800 μ.), η οποία πιθανότατα ήταν ίδια με εκείνη του ιπποδρόμου, εξ ου και η ονομασία του αγωνίσματος.

Η εκκίνηση όλων των δρομέων ήταν ταυτόχρονη, μ' ένα συγκεκριμένο σύνθημα, και όσοι ξεκινούσαν νωρίτερα μαστιγώνονταν ή και αποβάλλονταν. Υπήρχε ένας κώδικας τιμής που ακολουθούσαν όλοι οι αθλητές, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρεπόταν να εμποδίζουν τους αντιπάλους τους σπρώχνοντάς τους, χτυπώντας τους ή συγκρατώντας τους, και κυρίως απαγορευόταν οποιαδήποτε σχέση των αθλητών με τη δωροδοκία και τη μαγεία.
  
Ο δρομέας
Καθώς ο δρόμος ήταν η πιο πρακτική και συνηθισμένη μορφή άσκησης και αθλητισμού στην αρχαία Ελλάδα, δεν υπήρχε ποτέέλλειψη καλών αθλητών σ' αυτό τον τομέα. Οι αθλητές φημίζονταν για την αφάνταστη αντοχή τους, τη δύναμη και την ταχύτητά τους. Οι σταδιοδρόμοι (δρόμος ταχύτητας) λέγεται ότι έπρεπε να έχουν λεπτά πόδια, χαρακτηριστικό ανεπαρκές για τους δολιχοδρόμους (δρομείς αντοχής), οι οποίοι χρειαζόταν επιπλέον να διαθέτουν δυνατούς ώμους και αυχέν
Διαβάστε περισσότερα...

Τα Ηραία


Εκτός από τους Ολυμπιακούς αγώνες των ανδρών, κάθε τέσσερα χρόνια τελούνταν στην Ολυμπία από πολύ παλιά και τα Ηραία, που ήταν αγώνες δρόμου γυναικών προς τιμή της Ήρας. Οι γυναικείοι αυτοί αγώνες ήταν μάλλον αρχαιότεροι από τους Ολυμπιακούς. Οι Ολυμπιακοί αγώνες, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με την εναλλαγή των 49 και 50 μηνών έπεφταν άλλοτε το μήνα Απολλώνιο δηλ. Αύγουστο / Σεπτέμβριο, κι άλλο­τε το μήνα Παρθένιο δηλ. Σεπτέμβριο / Οκτώβριο. Η εναλλαγή αυτή πιθανότατα εξυπηρετούσε και την τέλεση των Ηραίων, έτσι ώστε οι δύο αγώνες να μην συμπίπτουν. Πρόκειται για αγώ­νες με προδωρικές καταβολές που, σύμφωνα με την παράδοση, πρωτοδιοργάνωσε η Ιπποδάμεια, θέλοντας να τιμήσει την Ήρα από ευγνωμοσύνη για το γάμο της με τον Πέλοπα.

Στα ιστορικά χρόνια, τη διοργάνωση των αγώνων αναλάμβαναν 16 γυναίκες από επιφανείς οικογένειες της Ήλιδας, οι οποίες ήταν και οι κρι­τές των αγώνων. Έτσι, κάθε τέσσερα χρόνια οι 16 Ηλείες ύφαιναν τον πέπλο της θεάς, τον απόθεταν με τιμές στο άγαλμα της Ήρας που βρισκόταν μέσα στο ναό της κατά την τελετή των Ηραίων και οργάνωναν αγώνα δρόμου για παρθένες. Οι παρθένες, που χωρίζονταν ανάλογα με την ηλικία τους σε τρεις κατηγορίες, έπρεπε να καλύψουν δρόμο που είχε μήκος ίσο με τα 5/6 του σταδίου (500 ποδών αντιστοιχεί σε 160μ).

Η νικήτρια στεφανωνόταν με κλαδί αγριελιάς κι έπαιρ­νε κομμάτι από το κρέας της αγελάδας που θυσιαζόταν στη θεά. Είχε επίσης το δικαίωμα να αναθέσει το ομοίωμά της στο Ηραίον. Η νικήτρια αντλούσε δύναμη από την Ήρα, αφού έτρωγε από το ζώο που θυσιαζόταν γι' αυτήν, και στε­φανωνόταν με το κλαδί ελιάς. Ο Παυσανίας που διασώ­ζει τη σχετική παράδοση, μας παραδίδει και την περιγραφή της Κόρης-αθλήτριας που συμ­μετέχει στα Ηραία: έχει τα μαλλιά λυτά στους ώμους και φορεί κοντό χιτώνα πάνω από το γόνατο, που αφήνει το δεξιό ώμο ακάλυπτο ως το στήθος.

Σύμφωνα με το μύθο, πρώτη η Ιπποδάμεια διοργάνωσε τους αγώνες για να δείξει την ευγνωμοσύνη της στην Ήρα για τον γάμο της με τον Πέλοπα. Ο Πέλοπας πηγαίνει στην Πίσα για να αγωνιστεί σε αγώνες αρματοδρομίας και να κερδίσει ως έπαθλο την πριγκίπισσα Ιπποδάμεια. (Η γυναίκα και ως έπαθλο της νίκης). Μέχρι τώρα δεκατρείς μνηστήρες έχουν σκοτωθεί γιατί κατά βάθος ο πατέρας της Οινόμαος δεν θέλει να την παντρέψει. (Ο χρησμός λέει ότι ο γαμπρός του θα τον σκοτώσει).

Με την βοήθεια της Ιπποδάμειας που τον ερωτεύτηκε, κερδίζει τους αγώνες, ο Οινόμαος σκοτώνεται και ο ίδιος καθιερώνει την αρματοδρομία ως επιτάφιο αγώνα (για να καθαρθεί από τον θάνατο του Οινόμαου) και ως προσφορά στους Θεούς. Για τους ίδιους λόγους η Ιπποδάμεια ιδρύει τα Ηραία.
Διαβάστε περισσότερα...

Το Πρόγραμμα των Ολυμπιακών αγώνων


Στο διάστημα της προετοιμασίας των αθλητών στην πόλη της Ήλιδας, οι Ελλανοδίκες τους χώριζαν, ανάλογα με την ηλικία τους, σε κατηγορίες (ανδρών και παίδων).
Δύο ημέρες πριν την έναρξη των αγώνων, αθλητές, κριτές και επίσημοι ξεκινούσαν σε πομπή από την Ήλιδα και έφταναν στην Ολυμπία διανύοντας την Ιερά Οδό.


Πρώτη ημέρα.
Την πρώτη ημέρα το πρωί γινόταν η τελετή ορκωμοσίας για την τήρηση των κανόνων εκ μέρους των αθλητών, των συγγενών τους και των κριτών στο Βουλευτήριο, μπροστά στο άγαλμα του Ορκίου Διός. Στη συνέχεια γινόταν η καταγραφή των αθλητών, ο χωρισμός τους κατά αγωνίσματα, και η κλήρωσή τους κατά ζεύγη ή τη σειρά που θα αγωνίζονταν. Έπειτα, κοντά στην είσοδο του σταδίου πραγματοποιούνταν οι αγώνες των κηρύκων και των σαλπιγκτών. Το απόγευμα τελούνταν θυσίες στην ιερή Αλτη και χρησμοδοσίες. Επίσης φιλόσοφοι, ιστορικοί και ποιητές απήγγειλλαν λόγους και γίνονταν διάφορες συναθροίσεις.

Δεύτερη ημέρα.
Το πρωί όλοι οι αθλητές και οι Ελλανοδίκες σε πομπή πήγαιναν στο στάδιο, όπου τους περίμενε συγκεντρωμένο το πλήθος. Οι αγώνες άρχιζαν με το αγώνισμα του σταδίου δρόμου, ακολουθούσε η πάλη παίδων, η πυγμή και το παγκράτιο.


Τρίτη ημέρα.
Το πρωί διεξάγονταν οι αρματοδρομίες και τα ιππικά αγωνίσματα στον ιππόδρομο. Το απόγευμα στο στάδιο γινόταν το αγώνισμα του πεντάθλου (άλμα, δίσκος, δρόμος, ακόντιο, πάλη). Το βράδυ της ίδιας μέρας έκαναν θυσίες προς τιμήν του Πέλοπα και ακολουθούσαν εορταστικά δείπνα.


Τέταρτη ημέρα.
Όλοι οι αθλητές, οι Ελλανοδίκες, οι θεωρίες σε πομπή που ξεκινούσε από το γυμνάσιο έφτανε στο μεγάλο βωμό του Διός, όπου έκαναν θυσία 100 ζώων (εκατόμβη). Μετά το τέλος της λαμπρής αυτής τελετής, γίνονταν οι αγώνες δρόμου των ανδρών, της πάλης, της πυγμής και του παγκρατίου. Η μέρα τελείωνε με την οπλιτοδρομία.


Πέμπτη ημέρα.
Η τελευταία μέρα ήταν αφιερωμένη στην βράβευση των αθλητών. Οι νικητές πήγαιναν προς το ναό του Διός, όπου τους στεφάνωναν οι Ελλανοδίκες. Ακολουθούσε επίσημο γεύμα στο πρυτανείο και εορταστικές εκδηλώσεις που διαρκούσαν μέχρι το βράδυ.

Διαβάστε περισσότερα...

Ιστορικοί χρόνοι των Ολυμπιακών αγώνων


Στα ιστορικά χρόνια, μετά την κάθοδο των Δωριέων, οι αγώνες αναδιοργανώθηκαν από τον αρχηγό των αιτωλοδωρικών φύλων Όξυλο. Αργότερα όμως παραμελήθηκαν μέχρι την εποχή του Ίφιτου, του βασιλιά των Ηλείων, ο οποίος και αναδιοργάνωσε τους αγώνες. Κατά τον Παπαχατζή, από την εποχή του Πέλοπα και του Ηρακλή μέχρι την πρώτη ιστορικά καταγραμμένη Ολυμπιάδα, υπολογίζεται πως δεν είχαν τελεστεί οι αγώνες επί 112 χρόνια (δηλαδή 28 Ολυμπιάδες).

Η πρώτη Ολυμπιάδα τοποθετείται το 776 π.κ.χ. Τότε θεσπίστηκε και η «ιερή εκεχειρία» από τον Ίφιτο, τον Κλεισθένη της Πίσας και τον Λυκούργο της Σπάρτης. Με την καθιέρωσή της οι Ολυμπιακοί αγώνες συντέλεσαν στην καλλιέργεια των διελληνικών σχέσεων και στη σύσφιξη των συνεκτικών δεσμών των ελληνικών πόλεων - κρατών. Η ιερό­τητα τόσο των αγώ­νων όσο και του χώρου όπου διεξάγονταν, επέβαλε οι προσερχόμενοι να είναι απαλλαγ­μένοι από κάθε εχθρική πρόθεση και να μην κατέχονται από πάθη αφού ήταν προστατευόμενοι του θεού. Όλη αυτή η ατμόσφαιρα προσέδωσε στις Ολυμπιακές συναντή­σεις ένα θρησκευτικό χαρακτήρα απομακρύνοντας κάθε τι ανόσιο και βέβηλο. Οι Ολυμπιακοί αγώνες, με την πάροδο του χρόνου, απόκτησαν την πρωταρχική θέση στις γιορτές. Το πνεύμα του αθλητισμού αποσπάστηκε από τη λατρεία κι απέκτησε μία εντελώς αυτόνομη θέση. Έτσι, ενώ αρχικά το στάδιο αποτελούσε μέρος του ιερού, με νεότερες διαρρυθμίσεις αποκόπηκε εντελώς από αυτό. Η μαρτυρία του Θουκυδίδη, ότι στους αγώνες οι αθλητές αγωνίζονταν γυμνοί, δείχνει τη σταδιακή απομάκρυνση των αγώνων από το συντηρητικό πνεύμα της λατρείας και την αυτονόμησή τους ως καθαρά αθλητική εκδήλωση.

Τα Ολύμπια τελούνταν κάθε 4 χρόνια, στο τέλος μιας περιόδου που αποτελούνταν εναλλάξ από 50 και 49 μήνες και συνέπιπτε με τον 8ο σεληνιακό μήνα των Ηλείων, οπότε τη μία έπεφταν το μήνα Απολλώνιο (Αύγουστο/Σεπτέμβριο) και την άλλη το μήνα Παρθένιο (Σεπτέμβριο/Οκτώβριο). Σύμ­φωνα με τον Παυσανία, οι πρώτες δεκατρείς από τις γνωστές Ολυμπιάδες, των ετών 776 - 728 π.κ.χ. είχαν ένα μόνο άθλημα: το «στάδιο», δηλαδή δρόμο ταχύτητας ενός Ολυμπιακού σταδίου που είχε μήκος 178 - 179 μέτρα. Στις 6 πρώτες Ολυ­μπιάδες έπαθλο ήταν ένα μήλο ενώ αργότερα δινόταν ως έπαθλο ένα στεφάνι από κλαδί της «καλλιστεφάνου ελαίας» Το κλαδί έκοβε με χρυσό δρεπάνι ένα παιδί που ζούσαν και οι δύο γονείς του.

Κατά την 14η Ολυμπιάδα του 724 π.κ.χ. προστέθηκε ο «δίαυλος», δρόμος δύο σταδίων και κατά την 15η του 720 π.κ.χ. ο «δόλιχος», δρόμος αντοχής. Από την 18η Ολυμπιάδα του 708 π.κ.χ. προστέθηκαν το πένταθλο και η πάλη.

Στην 23η Ολυμπιάδα του 688 π.κ.χ. εμφανίστηκε ως αγώνισμα η πυγμαχία, στην 25η Ολυμπιάδα του 680 π.κ.χ. προστέθηκε ως αγώνισμα η αρματοδρομία και μόλις κατά την 65η Ολυμπιάδα του 520 π.κ.χ. προστέθηκε ο οπλίτης δρόμος κ.λ.π. Στο μεταξύ είχαν προστεθεί κι άλλα αγωνίσματα ως το 200 π.κ.χ. που προστέθηκε το παγκράτιο παίδων. Γενικά, το Ολυ­μπιακό πρόγραμμα πλουτιζόταν συνεχώς και στην τελι­κή μορφή του περιλάμβανε 16 αγωνίσματα.
Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 16 Ιουνίου 2012

Κανόνες συμμετοχής ολυμπιακών αγώνων



Κατά τη διάρκεια της Κλασικής περιόδου στους Ολυμπιακούς αγώνες μπορούσαν να συμμετέχουν όλοι οι Έλληνες, από διάφορες πόλεις-κράτη της κυρίως Ελλάδας και των αποικιών της, που εκτείνονταν από το Γιβραλτάρ και τη Μεγάλη Ελλάδα (Κάτω Ιταλία και Σικελία) έως τη Μαύρη Θάλασσα. Η συμμετοχή των δούλων και των "βαρβάρων" απαγορευόταν αυστηρά, όπως και όσων είχαν διαπράξει εγκλήματα ή είχαν κλέψει κάποιο ναό. Την Ελληνιστική περίοδο οι αγώνες έγιναν διεθνείς. Οι Έλληνες που συμμετείχαν ήταν κυρίως επαγγελματίες αθλητές που κατάγονταν από την Αντιόχεια στην Ανατολή έως την Αλεξάνδρεια στο Νότο και μετακινούνταν από πόλη σε πόλη για να κερδίσουν μεγάλα χρηματικά έπαθλα. Αργότερα, στη Ρωμαϊκή περίοδο, καθώς παρήκμαζε το αθλητικό πνεύμα, οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες αγωνίζονταν στην Ολυμπία, ενώ στους δούλους επιτρεπόταν να συμμετέχουν στους αγώνες που γίνονταν σε άλλες πόλεις.

Σύμφωνα μ' έναν πολύ αυστηρό κανόνα, εκτός του ότι απαγορευόταν η συμμετοχή γυναικών ως αθλητριών, απαγορευόταν ακόμη και η είσοδος στο Στάδιο των παντρεμένων γυναικών, οι οποίες δεν μπορούσαν έτσι να παρακολουθήσουν τ' αγωνίσματα. Αυτό διαρκούσε μόνο για την περίοδο των αγώνων. Στη μόνη γυναίκα που επιτρεπόταν η είσοδος ήταν η ιέρεια της Δήμητρας Χαμύνης, που παρακολουθούσε τους αγώνες καθισμένη στο βωμό της θεάς, απέναντι από τις θέσεις των κριτών. Στους Ρωμαϊκούς χρόνους αυτή την τιμητική θέση κατείχε η Ρήγιλλα, σύζυγος του Ηρώδη του Αττικού.

Αν μια γυναίκα τολμούσε να παραβεί το νόμο, η τιμωρία ήταν σκληρή: την έριχναν από το Τυπαίο όρος, όπως καταγράφει ο Παυσανίας. Η μόνη γυναίκα που κατάφερε να παραβεί το νόμο και να μείνει ατιμώρητη ήταν η Καλλιπάτειρα, κόρη, αδερφή και μητέρα ολυμπιονικών. Η Καλλιπάτειρα έδειξε ιδιαίτερη φροντίδα στην ανατροφή και την εκγύμναση του γιου της Πεισίδωρου, γι' αυτό η επιθυμία της ήταν να τον δει να αγωνίζεται στους αγώνες. Ντυμένη μ' αντρικά ρούχα μπήκε στο Στάδιο για να παρακολουθήσει το γιο της να τρέχει. Μετά τη νίκη εκείνου, στην προσπάθειά της να εισέλθει στο αγωνιστικό χώρο, έπεσαν τα ρούχα της αποκαλύπτοντας το φύλο της. Οι ελλανοδίκες, ωστόσο, δεν την τιμώρησαν, τιμώντας έτσι τα μέλη της οικογένειάς της, που ήταν όλοι ολυμπιονίκες.

Παραδόξως, υπήρχαν ειδικοί αγώνες δρόμου για τις νέες κοπέλες, οι οποίοι γίνονταν στην Ολυμπία προς τιμήν της θεάς Ήρας κάθε τέσσερα χρόνια. Στα Ηραία, όπως ονομάζονταν, έπαιρναν μέρος νέες γυναίκες παρθένοι, που χωρίζονταν ηλικιακά σε κατηγορίες -κορασίδες, νεάνιδες και γυναίκες- ντυμένες με κοντό χιτώνα και έχοντας γυμνό το δεξί ώμο μέχρι το στήθος. Η νικήτρια στεφανωνόταν με κλαδί ελιάς, αποκτούσε το δικαίωμα να αναθέσει γλυπτή εικόνα με το όνομά της στο Ηραίο και της προσφερόταν μερίδιο από την αγελάδα που είχε θυσιαστεί στην Ήρα. Σύμφωνα με την παράδοση, οι αγώνες αυτοί είχαν καθιερωθεί είτε από την Ιπποδάμεια προς τιμήν του συζύγου της Πέλοπα και της νίκης του επί του πατέρα της Οινομάου είτε από τις δεκαέξι γυναίκες της Ήλιδας που ύφαιναν τον πέπλο της θεάς.

Στους Ολυμπιακούς αγώνες οι γυναίκες είχαν δικαίωμα συμμετοχής μόνο ως ιδιοκτήτριες στα ιππικά αγωνίσματα, όπου βραβευόταν ο ιδιοκτήτης του αλόγου και όχι ο αναβάτης. Χάρη σ' αυτόν το θεσμό, πολλές γυναίκες ανακηρύχθηκαν ολυμπιονίκες. Πρώτη γυναίκα ολυμπιονίκης υπήρξε η Κυνίσκα, κόρη του βασιλιά της Σπάρτης Aρχίδαμου, της οποίας τα άλογα νίκησαν στο τέθριππο (396 π.κ.χ.). Η Βελεστίχη από τη Μακεδονία, η Τιμαρέτα και η Θεοδότα από την Ηλεία νίκησαν επίσης σε ιππικά αγωνίσματα.
Διαβάστε περισσότερα...

Αγώνες κηρύκων και σαλπιγκτών - Αγώνισμα ολυμπιακών αγόνων


Στην Ολυμπία διακρίνονταν, εκτός από τους αθλητές, οι κήρυκες και οι σαλπιγκτές. Αυτοί συμμετείχαν σε αγώνες που εισήχθησαν στην 96η Ολυμπιάδα, το 396 π.κ.χ., και οι νικητές είχαν προνομιακό ρόλο κατά την τέλεσή τους. Πιο συγκεκριμένα, επειδή πολλοί ικανοί κήρυκες και σαλπιγκτές διεκδικούσαν την τιμή να αναγγέλλουν τα αγωνίσματα και τους νικητές ή να σαλπίζουν στον ιππόδρομο, καθιερώθηκαν και γι' αυτούς αγώνες. Έτσι, όσοι νικούσαν αποκτούσαν το προνόμιο να σαλπίζουν και να ανακοινώνουν τους αθλητές κατά την Ολυμπιάδα.
Διαβάστε περισσότερα...

Ιππικοί αγώνες (αρματοδρομίες και ιππικά αγωνίσματα) - Αγώνισμα ολυμπιακών αγόνων


Σύμφωνα με τη μυθολογία, η πρώτη αρματοδρομία έγινε ανάμεσα στον Πέλοπα και τον Οινόμαο, το βασιλιά της Πίσας, καιπραγματοποιήθηκε στην Ολυμπία. Επίσης, ο Ποσειδώνας, προστάτης των ιππικών αγώνων, λέγεται ότι ήταν κύριος του διάσημου αλόγου Αρείονα, με το οποίο ο Ηρακλής με τον ηνίοχό του Ιόλαο νίκησε τον Κύκνο, το γιο του Άρη, σε αγώνες αρματοδρομίας στην Τροιζήνα. Αλλά και ο Όμηρος, στην Ιλιάδα, στα αγωνίσματα που οργάνωσε ο Αχιλλέας για να τιμήσει τον Πάτροκλο περιλαμβάνει και την αρματοδρομία.

Τα ιππικά αγωνίσματα διεξάγονταν στον ιππόδρομο. Αν και αρχαίοι ιππόδρομοι δεν έχουν σωθεί, ο Παυσανίας μάς πληροφορεί ότι εκείνος της Ολυμπίας βρισκόταν νότια του σταδίου.

Κανόνες των ιππικών αγώνων
Τα ιππικά αγωνίσματα που τελούνταν στην Ολυμπία περιλάμβαναν: την ιπποδρομία κελήτων, αγώνισμα με αναβάτη και τέλειο ίππο (άλογα ενός έτους), που συμπεριλήφθηκε το 648 π.κ.χ., την κάλπη, δηλαδή ιπποδρομία φοράδων το 496 π.κ.χ., και την ιπποδρομία πώλων το 256 π.κ.χ.

Οι αρματοδρομίες είχαν τις ρίζες τους στις στρατιωτικές συνήθειες των Αχαιών. Τα αγωνίσματα αρματοδρομίας με τη σειρά που εμφανίστηκαν στην Ολυμπία ήταν: το τέθριππον, άρμα με τέσσερα άλογα το 680 π.κ.χ., η απήνη, άρμα που έσερναν δύο ημίονοι το 500 π.κ.χ., η συνωρίς, άρμα που έσερναν δύο άλογα το 408 π.κ.χ., το τέθριππο πώλων το 384 π.κ.χ. και η συνωρίς πώλων το 268 π.κ.χ.

Ο ιππόδρομος ήταν ένας πλατύς, επίπεδος, ανοιχτός χώρος όπου η αφετηρία και το τέρμα ορίζονταν με ένα στύλο. Ένας δεύτερος μικρός στύλος, η νύσσα, όριζε το σημείο καμπής, το οποίο ήταν και το πλέον επικίνδυνο για ατυχήματα. Ο ίδιος ο στίβος χωριζόταν κατά μήκος μ' ένα λίθινο ή ξύλινο χώρισμα, που ονομαζόταν έμβολο, δίπλα στο οποίο έτρεχαν τα άλογα και τα άρματα. Είναι γνωστό ότι το τέθριππο συμπλήρωνε δώδεκα γύρους του στίβου (ο ποιητής Πίνδαρος αποκαλεί τον αγώνα δωδεκάδρομον). Η συνωρίς και το τέθριππο πώλων έτρεχαν οχτώ γύρους, ενώ η συνωρίς πώλων τρεις. Πολύ λίγα είναι γνωστά για τους κανόνες των ιππικών αγώνων. Είναι γνωστό ότι δεν επιτρεπόταν η λοξοδρόμηση μπροστά από τους άλλους, εκτός κι αν ξέφευγε κανείς μπροστά, ώστε να αποφεύγονται οι συγκρούσεις.

Στην Ολυμπία απέναντι από τη νύσσα υπήρχε ένας στρογγυλός βωμός, ο Ταράξιππος, που προκαλούσε πανικό στα άλογα. Πιθανότατα, αυτό να σχετίζεται με τη θέση του ήλιου, ο οποίος, αφού οι αγώνες ξεκινούσαν το απόγευμα, βρισκόταν στη φάση της δύσης και στη στροφή τύφλωνε τα ζώα, με αποτέλεσμα να γίνονται ατυχήματα.

Ο Παυσανίας περιγράφει με λεπτομέρειες το περίπλοκο σύστημα της εκκίνησης, της ιππαφέσεως, επινόηση του ανδριαντοποιού Κλεοίτα. Στη δυτική, στενή πλευρά του ιπποδρομίου, οι θέσεις εκκίνησης σχημάτιζαν ένα τρίγωνο στην κορυφή του οποίου υπήρχε ένα χάλκινο δελφίνι πάνω σε έναν υπερυψωμένο στύλο. Στη μέση της βάσης του τριγώνου υπήρχε ένας πλίνθινος βωμός με το μηχανισμό άφεσης. Το βωμό στόλιζε στο πάνω μέρος του ένας χάλκινος αετός. Ακριβώς πριν τον αγώνα, τα άρματα έμπαιναν στα ειδικά χωρίσματα. Με το σάλπισμα, ο αετός στο βωμό υψωνόταν, ώστε να είναι ορατός από τους θεατές, το δελφίνι έπεφτε στο έδαφος και αποσυρόταν το σχοινί από τις θέσεις -ξεκινώντας από τις δύο ακραίες-έτσι ώστε όλα τα άρματα να βρίσκονται σε μία ευθεία.

Το άρμα ήταν ένα μικρό, ξύλινο όχημα, αρκετά φαρδύ για να χωρέσει δύο όρθιους άντρες και ανοιχτό από πίσω. Στηριζόταν σε έναν άξονα, τα άκρα του οποίου ήταν στερεωμένα σε δύο ισχυρούς ξύλινους τροχούς. Το δυνατότερο και πιο γρήγορο ζώο τοποθετούνταν δεξιά για να διευκολύνει το άρμα στις στροφές. Τα άλογα σημαδεύονταν στις οπλές ή τους μηρούς, είτε με το γράμμα κόππα, από όπου έπαιρναν το όνομα κοππατίες, είτε με το γράμμα σίγμα, που τους έδινε το όνομα σαμφόρες. Αν και το γνήσιο πολεμικό άρμα χωρούσε δύο άντρες -τον ηνίοχο και τον πολεμιστή-, στο τέθριππο και στη συνωρίδα επέβαινε μόνο ο ηνίοχος.

Ο ηνίοχος
Ο επιτυχημένος ηνίοχος έπρεπε να οδηγεί το άρμα χωρίς να λοξοδρομεί, πράγμα δύσκολο, ιδιαίτερα στο τέθριππο, να γνωρίζεικαλά τη χρήση του μαστιγίου και να κρατάει τα ηνία με ασφάλεια, ώστε να αποφεύγει τη σύγκρουση ή την πτώση από το άρμα στη στροφή. Κατά τη διάρκεια του αγώνα, μέλημα του ηνιόχου ήταν να εκμεταλλευτεί την εσωτερική πλευρά του ιπποδρόμου, έτσι ώστε να καλύψει τη μικρότερη απόσταση. Με βάση τις παραστάσεις σε αγγεία, οι αναβάτες ίππευαν γυμνοί χωρίς εφίππιο και αναβολείς, κρατώντας τα ηνία και το μαστίγιο.

Οι ηνίοχοι δεν ήταν οι ιδιοκτήτες των αλόγων, αλλά ίππευαν επί πληρωμή για λογαριασμό των τελευταίων. Νικητής ανακηρυσσόταν ο ιδιοκτήτης του αλόγου και ως έπαθλο λάμβανε τον κότινο, ενώ ο ιππέας ή ο ηνίοχος στεφανωνόταν με μία μάλλινη ταινία. Για αυτό το λόγο έχουν υπάρξει περιπτώσεις που αναδείχτηκαν ολυμπιονίκες γυναίκες (Κυνίσκη) καθώς και παιδιά ή πόλεις (Άργος, Θήβες). Tα ζώα που κέρδιζαν στους αγώνες τα στεφάνωναν επίσης με μάλλινη ταινία και τους απέδιδαν ιδιαίτερες τιμές.

Ξακουστοί ηνίοχοι ήταν ο Αντίκερις από την Κυρήνη, ο Κάρρωτος, ηνίοχος του βασιλιά της Κυρήνης Αρκεσιλάου, ο Χρόμιος, του τυράννου των Συρακουσών Ιέρωνα, ο Φίντις, του Αγησία από τις Συρακούσες, και ο Αθηναίος Νικόμαχος, του Ξενοκράτη από τον Ακράγαντα.
Διαβάστε περισσότερα...

Παγκράτιο - Αγώνισμα ολυμπιακών αγόνων


Το παγκράτιο ανήκε στην κατηγορία των βαρέων αγωνισμάτων και προστέθηκε στο ολυμπιακό πρόγραμμα για τους άνδρες το 648 π.κ.χ., στην 33η Ολυμπιάδα, και για τους παίδες το 200 π.κ.χ., στην 145η Ολυμπιάδα. Σύμφωνα με τη μυθολογία, το παγκράτιο αποδίδεται στον ήρωα Θησέα, ο οποίος συνδύασε την πάλη και την πυγμαχία για να εξοντώσει το Μινώταυρο. Θεωρούνταν το πλέον ενδιαφέρον και επικίνδυνο αγώνισμα, αφού συνδύαζε όλα τα χτυπήματα της πυγμαχίας και τις λαβές της πάλης σε ένα θέαμα γρήγορων φάσεων και συχνών πτώσεων. Ο Φιλόστρατος αναφέρει ότι το παγκράτιο ήταν μια εξαιρετική άσκηση για την προγύμναση των πολεμιστών.

Κανόνες του παγκράτιου
Στους αγώνες παγκρατίου, ενώ επιτρέπονταν όλες οι λαβές που χρησιμοποιούσαν οι παλαιστές και όλα τα χτυπήματα της πυγμαχίας, απαγορεύονταν -εκτός μόνο από τη Σπάρτη- το δάγκωμα (δάκνειν) και το χτύπημα στα μάτια (ορύσσειν). Έτσι, το παγκράτιο ήταν το πιο σκληρό απ' όλα τα αγωνίσματα, καθώς το ζητούμενο ήταν η νίκη χωρίς να δίνεται σημασία στις σωματικές βλάβες ή στη ζωή του αντιπάλου.

Υπήρχαν δύο είδη παγκρατίου:
Κάτω παγκράτιο, στο οποίο ο αγώνας συνεχιζόταν αφού οι αντίπαλοι είχαν πέσει στο έδαφος. Χρησιμοποιούνταν στους αγώνες.
Άνω ή ορθοστάνδην παγκράτιο, στο οποίο οι αντίπαλοι αγωνίζονταν όρθιοι. Χρησιμοποιούνταν για την προγύμναση ή σε προκαταρκτικούς αγώνες. Αυτή ήταν η ελαφρύτερη και ασφαλέστερη μορφή του αθλήματος.


Οι παγκρατιαστές δε φορούσαν ιμάντες ή γάντια, όπως οι πυγμάχοι, γι' αυτό τα χτυπήματα δεν ήταν τόσο οδυνηρά. Ωστόσο, ο παγκρατιαστής είχε το δικαίωμα να κρατάει τον αντίπαλό του με το ένα χέρι και να τον χτυπάει με το άλλο, πράγμα που δε συνέβαινε στην πυγμαχία.

Ο αθλητής που έπεφτε πρώτος στο έδαφος ήταν σε δύσκολη θέση, γιατί ο αντίπαλός του μπορούσε να πέσει από πάνω του και να τον ακινητοποιήσει με τα πόδια του, έχοντας τα χέρια του ελεύθερα να τον χτυπήσει ή να εφαρμόσει μια λαβή στραγγαλισμού. Ο παλαιστής που έπεφτε προσπαθούσε να γυρίσει με την πλάτη και να χρησιμοποιήσει τα χέρια και τα πόδια για να προστατευτεί. Οι πιο μικρόσωμοι παλαιστές συχνά έπεφταν επίτηδες με την πλάτη, μια τεχνική που λεγόταν υπτιασμός.

Το λάκτισμα έπαιζε σημαντικό ρόλο στο παγκράτιο. Η κλοτσιά στο στομάχι λεγόταν γαστρίζειν. Η λαβή με την οποία ο παγκρατιαστής κρατούσε το πόδι του αντιπάλου του όσο πιο σφιχτά μπορούσε, για να τον κάνει να χάσει την ισορροπία του, λεγόταν αποπτερνίζειν.
  
Ο παγκρατιαστής
Κατά το Φιλόστρατο, ο τέλειος παγκρατιαστής είχε σωματική διάπλαση τέτοια ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί ο καλύτερος παλαιστής μεταξύ των πυγμάχων και ο καλύτερος πυγμάχος μεταξύ των παλαιστών.

Κορυφαίοι παγκρατιαστές ήταν ο Λύγδαμης από τις Συρακούσες, ο Δωριέας -γιος του διάσημου πυγμάχου Διαγόρα- από τη Ρόδο, ο Σώστρατος από τη Σικυώνα, ο Θεαγένης από τη Θάσο και ο Πολυδάμας από τη Σκοτούσσα.
Διαβάστε περισσότερα...

Πυγμή - Αγώνισμα ολυμπιακών αγόνων


Η πυγμή (πυγμαχία), ένα από τα παλαιότερα αθλήματα, συμπεριλήφθηκε στα ολυμπιακά αγωνίσματα το 688 π.κ.χ. και η πυγμή παίδων εισήχθη στο ολυμπιακό πρόγραμμα το 616 π.κ.χ. Η πυγμαχία πρωτοαναφέρεται στην Ιλιάδα, ως ένας από τους αγώνες που διοργανώθηκαν προς τιμήν του νεκρού Πατρόκλου, όπου νίκησε ο Επειός, και στην Οδύσσεια στους αγώνες στο νησί των Φαιάκων. Στη μυθολογία ως ιδρυτής του αγωνίσματος αναφέρεται ο Απόλλωνας, ο οποίος νίκησε και σκότωσε το Φόρβαντα, έναν πυγμάχο που προκαλούσε τους ταξιδιώτες που περνούσαν από τους Δελφούς να αναμετρηθούν μαζί του. Ο Απόλλωνας, επίσης, νίκησε σε αγώνα πυγμής και τον Άρη στην Ολυμπία.

Πρότυπο πυγμαχικού αγώνα στη μυθολογία ήταν εκείνος ανάμεσα στον Πολυδεύκη και τον Άμυκο, το βασιλιά των Βεβρύκων από τη Βιθυνία του Εύξεινου Πόντου. Ο βασιλιάς προκαλούσε όλους τους ξένους που περνούσαν από τη χώρα του να πυγμαχήσουν μαζί του και κατά τη διάρκεια του αγώνα τούς σκότωνε. Ο Πολυδεύκης αποδείχτηκε πολύ σκληρός αντίπαλος για τον Άμυκο, τον οποίο νίκησε και υποχρέωσε να ορκιστεί ότι θα επέτρεπε στους ταξιδιώτες ελεύθερη και ασφαλή διέλευση από τη χώρα του.

Ο εξοπλισμός της πυγμής
Προκειμένου να κρατούνται σταθεροί οι καρποί και οι αρθρώσεις των δακτύλων, οι πύκτες (πυγμάχοι) -ήδη από τα ομηρικά χρόνια έως και τον 5ο αι. π.κ.χ.- τύλιγαν στα χέρια ιμάντες, τα στρόφια ή μειλίχαι. Ήταν λωρίδες από μαλακό δέρμα βοδιού, μήκους 3 μ. περίπου, τις οποίες και άλειφαν με λάδι ή λίπος για να διατηρούνται μαλακές. Τύλιγαν τους ιμάντες γύρω από τις πρώτες κλειδώσεις των δαχτύλων και μετά τους περνούσαν διαγώνια, από την παλάμη μέχρι το πάνω μέρος του χεριού, αφήνοντας τον αντίχειρα ακάλυπτο. Στη συνέχεια, τους έδεναν γύρω από τον καρπό ή ψηλά στο βραχίονα με μια θηλιά. Τον 4ο αι. π.κ.χ. οι ιμάντες που κάλυπταν την πρώτη φάλαγγα των δακτύλων ενισχύθηκαν με σκληρότερο δέρμα εξωτερικά και μαλλί εσωτερικά (σφαίραι) και χρησιμοποιούνταν περισσότερο στην προπόνηση.
Από τον 4ο αι. π.κ.χ. έως και το 2ο αι. π.κ.χ., οι πυγμάχοι άρχισαν να φορούν ένα είδος γαντιού που αποτελούνταν από δερμάτινες λωρίδες τυλιγμένες εκ των προτέρων, τους οξείς ιμάντες. Η ρωμαϊκή εφεύρεση του caestus, ενός γαντιού πυγμαχίας ενισχυμένου με σίδερο και μολύβι, μεταμόρφωσε την ελληνική τέχνη της πυγμαχίας σε έναν απάνθρωπο και φονικό αγώνα.

Οι κανόνες της πυγμής
Οι ακριβείς κανόνες της πυγμής είναι άγνωστοι. Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι δεν επιτρέπονταν οι λαβές, τα χτυπήματα στα γεννητικά όργανα, η ενίσχυση των ιμάντων με πρόσθετα στρώματα λωρίδων και η χρήση λωρίδων από χοιρόδερμα. Οι διαιτητές εξέταζαν τις λωρίδες πριν από κάθε αγώνα. Κατά τη διάρκεια της προπόνησης οι πυγμάχοι προστάτευαν τα αυτιά τους φορώντας ένα δερμάτινο κάλυμμα, τις αμφωτίδες ή επωτίδες.

Η πυγμή στην αρχαιότητα διέφερε κατά πολύ από τη σύγχρονη. Η κατηγοριοποίηση των πυγμάχων ανάλογα με το βάρος τους ήταν άγνωστη. Αντίθετα, αγωνίζονταν με οποιονδήποτε εκλεγόταν με κλήρο. Επιπλέον, δεν είναι γνωστός ο χώρος διεξαγωγής του αγώνα. Γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι δεν υπήρχε χρονικό όριο στη διάρκεια του αγώνα. Οι αντίπαλοι μάχονταν μέχρι να εγκαταλείψει ο ένας από τους δύο, σηκώνοντας το χέρι με το δείκτη τεντωμένο, για να δείξει ότι παραδεχόταν την ήττα, ή πέφτοντας στο έδαφος. Μερικές φορές, και με τη συναίνεση των δύο αντιπάλων, ο διαιτητής τούς άφηνε λίγο χρόνο για ν' ανακτήσουν τις δυνάμεις τους.

Φαίνεται ότι εκτιμούσαν αρκετά τα καλά χτυπήματα στο κεφάλι, ενώ η θέση του πυγμάχου σε σχέση με τον ήλιο ήταν ιδιαίτερης σημασίας. Αν ο ένας από τους δύο κατάφερνε να υποχρεώσει τον αντίπαλό του να στραφεί προς τον ήλιο, κέρδιζε ένα πλεονέκτημα, καθώς εκείνος τυφλωνόταν από τη λάμψη. Όταν ένας αγώνας διαρκούσε πολύ και δεν αναδεικνυόταν νικητής, οι δύο αντίπαλοι είχαν τη δυνατότητα να μπουν στη διαδικασία της κλίμακος. Σ' αυτήν κάθε πυγμάχος στεκόταν ακίνητος και δεχόταν ένα χτύπημα από τον αντίπαλό του, χωρίς να κάνει προσπάθεια να το αποφύγει. Νικητής ανακηρυσσόταν όποιος έβγαζε τον αντίπαλό του εκτός αγώνα ή τον οδηγούσε σε παραδοχή της ήττας του.
  
Ο πύκτης (πυγμάχος)
Κατά το Φιλόστρατο, ο καλός πυγμάχος έπρεπε να έχει μακριά και δυνατά χέρια, δυνατούς ώμους, ψηλό λαιμό και ισχυρούς κι ευλύγιστους καρπούς. Ελαττώματα θεωρούνταν το χοντρό καλάμι του ποδιού (μειώνει την ευκινησία) και το μεγάλο στομάχι (δεν επιτρέπει τις μαλακές κινήσεις). Επιπλέον, ο πυγμάχος έπρεπε να έχει επιμονή, υπομονή, αντοχή, ισχυρή θέληση και σθένος.

Οι αλλαγές στους ιμάντες επέφεραν σημαντικές τροποποιήσεις στην τεχνική του αγωνίσματος. Παλαιότερα, που οι ιμάντες ήταν μαλακοί, η πυγμαχία απαιτούσε ευκινησία, ικανότητα, ευελιξία και καλή τεχνική, όταν όμως υιοθετήθηκαν οι οξείς ιμάντες, οι πυγμάχοι έδιναν μεγαλύτερη προσοχή στην άμυνα και ο αγώνας έγινε πιο αργός, με μεγαλύτερη έμφαση στην ωμή δύναμη παρά στην επιδεξιότητα.

Πολυάριθμα σατιρικά ποιήματα και επιγράμματα γράφτηκαν με αφορμή την παραμόρφωση των προσώπων των πυγμάχων.

Διάσημοι πυγμάχοι της αρχαιότητας ήταν ο Διαγόρας από τη Ρόδο, ο Μελαγκόμας από την Καρία, ο Κλεόξενος από την Αλεξάνδρεια, ο Ιππόμαχος από την Ηλεία και ο Γλαύκος από την Κάρυστο.

Διαβάστε περισσότερα...