Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Πήγασος


Κατά τον Ησίοδο (Θεογονία 276-282), ο Πήγασος ήταν καρπός της ένωσης του Ποσειδώνα με τη Γοργώ Μέδουσα και ξεπήδησε από τον λαιμό της όταν την αποκεφάλισε ο Περσέας με τη συνδρομή της Αθηνάς. Κατά μια άλλη μαρτυρία, ο Πήγασος γεννήθηκε από το αίμα που έπεσε στη θάλασσα. Τότε ο Περσέας ιππεύοντας αυτόν κατάφερε να διαφύγει τη καταδίωξη των άλλων δύο γοργόνων, αδελφών της Μέδουσας ή, με την πιο συνηθισμένη μορφή του μύθου, με τα φτερωτά σανδάλια του.

Γόνος, λοιπόν, του θεού των υδάτων ο Πήγασος, επόμενο ήταν και το όνομά του να παραπέμπει στο υγρό στοιχείο, στην πηγή, αφού μάλιστα γεννήθηκε κοντά στις πηγές του Ωκεανού, του μυθικού ποταμού που περιβάλλει τον κόσμο (Θεογονία 281-283).

Ένας άλλος μύθος παραδίδει πως η Iπποκρήνη, μια πηγή στην κορυφή του Eλικώνα της Bοιωτίας από την οποία αντλούσαν οι Eλικωνιάδες Nύμφες την έμπνευσή τους, ανέβλυσε όταν ο Πήγασος χτύπησε με την οπλή του τον βράχο. Όταν οι Μούσες διαγωνίζονταν κάποτε στο τραγούδι με τις κόρες του Πιέρου, στον ποταμό Ελικώνα, μόλις άρχισαν το τραγούδι οι Πιέριες κόρες όλα είχαν σκοτεινιάσει. Αμέσως μετά, όταν ήλθε η σειρά των Μουσών, όλα φαίνονταν σαν να σταμάτησαν, ο Ουρανός, η Θάλασσα, τα ποτάμια, για να ακούσουν τους εξαίσιους ύμνους, ο δε Ελικώνας άρχιζε να υψώνει τη κορυφή του προς τον ουρανό από χαρά και υπερηφάνεια μέχρι που τον σταμάτησε ο φτερωτός Πήγασος, με διαταγή του Ποσειδώνα, λακτίζοντας τον με τις οπλές του. Από το λάκτισμα αυτό γεννήθηκε η πηγή του Ελικώνα, της οποίας τα νερά ενέπνεαν τις Μούσες, η καλούμενη και Ιπποκρήνη.

Kι άλλες πηγές, σύμφωνα με τις αρχαίες μαρτυρίες, ανέβλυσαν χάρη στο χτύπημα της οπλής του Πήγασου. 



Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση που επικρατούσε στη Κόρινθο ο Πήγασος ήταν κατ΄ εξοχήν Κορινθία θεότητα, για τον οποίο είχαν κοπεί και νομίσματα με τη παράστασή του. Λέγονταν ότι μόλις ο Πήγασος ξεπήδησε από τη Μέδουσα, πέταξε στην Ακροκόρινθο και ξεδίψασε στα νερά της Πειρήνης πηγής εξ ού και "Πειρήνιος πώλος" το από τότε όνομά του. Στη συνέχεια οι παραδόσεις των Κορινθίων συσχετίζουν τον Πήγασο με τη παράδοση του Βελεροφόντη και της Χίμαιρας.

Εκεί, κοντά στην Κρήνη Πειρήνη, μια πηγή πλούσια σε νερά ακόμα και σήμερα, παραμόνεψε ο ήρωας Bελλεροφόντης το θεϊκό άλογο, κι όταν εκείνο πλησίασε να πιει νερό, το δάμασε περνώντας του - με την καθοδήγηση και συμπαράσταση της Αθηνάς - στο στόμα το χρυσό χαλινάρι, δώρο της ίδιας της θεάς των τεχνών (Πίνδ. O. XIII, 65. 78).  Ο Bελλεροφόντης πραγματοποίησε πολλούς άθλους καβάλα στον Πήγασο. Ξεχωρίζει όμως, η εξόντωση της Xίμαιρας, ενός τέρατος με σώμα λιονταριού, κεφαλή τράγου στη ράχη του και μια έχιδνα στη θέση της ουράς, που έσπερνε τον όλεθρο, κατακαίγοντας τα πάντα με τη φωτιά που ξερνούσε απ' το στόμα του. Δεν είχε, ωστόσο, παρά τα ανδραγαθήματά του, καλό τέλος ο Bελλεροφόντης. Μεθυσμένος από τους αλλεπάλληλους άθλους του, πίστεψε πως θα μπορούσε να φτάσει και στον Όλυμπο ακόμη, την κατοικία των θεών. Ο Δίας, ενοχλημένος από την ύβρι, πρόσταξε ένα έντομο και κέντρισε τον Πήγασο, οπότε αυτός αφηνίασε και πέταξε κάτω στη Γη τον αναβάτη του. Ο Πήγασος συνέχισε την πτήση του προς τον Όλυμπο, όπου έμεινε στην υπηρεσία του Δία, ως φύλακας και φορέας των συμβόλων του, κεραυνού και αστραπής, από το εργαστήριο του Ηφαίστου στον Όλυμπο. (Θεογονία 281-286, Απολλόδωρος ΙΙ 3, 4).
  
Σε μεταγενέστερους μύθους ο Πήγασος αναφέρεται και ως άλογο της Ηούς στην οποία της τον πρόσφερε ως δώρο ο Δίας για να σέρνει το άρμα της.

Σε ακόμη μεταγενέστερους χρόνους ο Πήγασος θεωρήθηκε ως άλογο των Μουσών που ιππεύουν οι ποιητές και πετούν μαζί του ψηλά στο καλλιτεχνικό στερέωμα.

Τελικά οι θεοί πρόσφεραν στον Πήγασο μια αιώνια θέση στον ουρανό δημιουργώντας τον Αστερισμό του Πήγασου.

Τον  4ο αι. π.κ.χ. ο Eύδοξος, μαθητής του Πλάτωνα και εκπρόσωπος της πεποίθησης ότι η γη είναι σφαιρική, αναφέρεται για πρώτη φορά στον αστερισμό του «ιερού ίππου». Από τότε ο αστερισμός του Πήγασου μνημονεύεται μαζί με τα άλλα ουράνια σώματα από τον Άρατο (315-240 π.κ.χ.) στο έργο του Φαινόμενα, καθώς και από τον αστρονόμο Ίππαρχο (2ος αι. π.κ.χ.).



Διαβάστε περισσότερα...

Μονόκερος


Ο Μονόκερος, ένα μυθικό ζώο που δεν έχει ρίζες ελληνικής αλλά σκανδιναβικής μυθολογίας. Κι όμως τον συναντούμε σε ινδικές ιστορίες και σχεδόν σε μύθους σε ολόκληρο τον κόσμο.

Μπορούμε να αναζητήσουμε τον πρόδρομο του Μονόκερου στην ελληνική μυθολογία, όπου αναφέρει ότι ο Δίας, ανατράφηκε από την Αμάλθεια, μια κατσίκα που αργότερα, εις ένδειξη ευγνωμοσύνης του Θεού, μεταμορφώθηκε στον αστερισμό Capella (λατινικά: κατσίκα). Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, ο Θεός έσπασε ένα από τα κέρατα και μέσα από αυτό ξεχύθηκε άφθονο φαγητό. Στις μεταγενέστερες εποχές το κέρας έγινε γνωστό ως κέρας της αφθονίας.

Σαν σύμβολο του φεγγαριού, το πλάσμα αυτό ανήκε στη Θεά Άρτεμη (στα λατινικά Diana), που ήταν Θεά της σελήνης και του κυνηγιού.

Το 400 π.κ.χ, ο Έλληνας γιατρός Κτησίας, που ζούσε και εργαζόταν στην αυλή του Πέρση βασιλιά Δαρείου του Β' αλλά και του Αρταξέρξη, περιγράφει στο βιβλίο του "Ινδικά" ένα είδος άγριου αλόγου με ιδιόμορφα χαρακτηριστικά: Λευκό σώμα και κόκκινο κεφάλι με σκούρα μπλε μάτια, από όπου ξεκινούσε ένα κέρατο με μήκος 1 πόδι και 6 ίντσες, με λευκή βάση, μαύρη μέση και κόκκινη κορυφή. 

Μερικές δεκαετίες αργότερα, ο Αριστοτέλης (384 - 322 π.κ.χ) στο βιβλίο του φυσικής ιστορίας, ασκεί κριτική στο έργο του Κτησία. Δεν πίστεψε τις περισσότερες από τις εξωφρενικές παρατηρήσεις που περιείχε, παρά το γεγονός ότι ο Κτησίας διαβεβαιώνει πως σε ότι έγραψε, είτε υπήρξε ο ίδιος αυτόπτης μάρτυρας είτε το άκουσε από αξιόπιστες πηγές. Ο Αριστοτέλης ωστόσο δεν αρνείται την ύπαρξη μονόκερων ζώων, όπως ο όρυξ, είδος αντιλόπης με σχιστή οπλή, ή ο ινδικός όνος, με αδιαίρετη οπλή, ενώ σαν επιστήμονας τον Μεσαίωνα απέκτησε το κύρος της αυθεντίας.

Μεγάλο κύρος τον Μεσαίωνα είχε επίσης ο Ρωμαίος συγγραφέας Πλίνειο (23–79 μ.κ.χ.). Στο σύγγραμά του "Naturalis Historia" (Φυσική Ιστορία) ακολουθεί τον Αριστοτέλη σχεδόν σε όλα, με τη διαφορά ότι πρόσθεσε πολλές φανταστικές ιστορίες, ενώ παράλληλα δανείστηκε πολλά στοιχεία από τον Κτησία. Έτσι, στον Πλίνειο κυριαρχεί το μαγικό στοιχείο. Παρόλα αυτά, το έργο του έγινε πηγή έμπνευσης για πολλές εικόνες ζώων, ενώ πολλά από τα επινοήματα του ασπάστηκε για περισσότερα από χίλια χρόνια σχεδόν κάθε άνθρωπος που γνώριζε λατινικά. Ο Πλίνειος συγκέντρωσε επτά ζώα με κοινό χαρακτηριστικό το μονό κέρατο, και ένα από αυτά ονόμασε Μονόκερο. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το πλάσμα με το κεφάλι ελαφιού, το σώμα αλόγου, τα πόδια ελέφαντα και την ουρά κάπρου, απέκτησε το δικό του όνομα. Αυτός ο Μονόκερος δεν μπορούσε να πιαστεί ζωντανός.

Σύμφωνα με τον Αιλιανό (175–235 μ.κ.χ), έναν άλλο Ρωμαίο συγγραφέα, και το σύγγραμά του "De Natura Animalium" (Η φύση των ζώων), τα ζώα υπήρχαν για να μαθαίνουν οι άνθρωποι μέσα από αυτά. Γι αυτό το λόγο, οι ιδέες του είχαν μεγάλη απήχηση την εποχή του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, τότε που ήταν κυρίαρχη η τάση ηθικολογίας. Και εκείνος γνωρίζει ζώα μονόκερα στην Ινδία: Επιφανείς άρχοντες χρησιμοποιούσαν αυτό το κέρατο για να κατασκευάσουν κύπελλα που τους προστάτευαν από ανίατες αρρώστιες. Το κυνήγι ενός τέτοιο ζώου ήταν το κυνήγι του ακατόρθωτου: Αυτό θα μπορούσε να είναι το ηθικό δίδαγμα.

Από τους προαναφερθέντες συγγραφείς, κανείς δεν είχε έρθει σε οπτική επαφή με έναν Μονόκερο. Ένας από τους λίγους που τον είδαν από κοντά, ήταν ο Απολλώνιος του Tyana, ένας αινιγματικός φιλόσοφος και ταξιδευτής του 1ου αι μ.κ.χ., σε ταξίδι του στην Ινδία.

Ο αρχαιότερος γνωστός Μονόκερος, υπήρξε στην Κίνα το 2600 π.κ.χ, και λεγόταν K'i-lin ("k'i" για το αρσενικό και "lin" για το θυληκό στοιχείο). Τον τιμούσαν σαν βασιλιά των ζώων και θεωρούσαν ότι έφερνε ειρήνη και ευημερία. Συχνά απεικονίζεται με λέπια, που τρεμοφέγγουν σε όλες τις αποχρώσεις του ουράνιου τόξου. Είχε το σώμα ελαφιού, οπλές αλόγου, ουρά βοδιού και στο κεφάλι κέρας που έφτανε τα 2 πόδια και καμπύλωνε προς τα πίσω. Όταν επρόκειτο να συμβούν σημαντικά γεγονότα, εμφανιζόταν σαν οιωνός. Πρώτη φορά, εμφανίστηκε το 2697 π.κ.χ στην αυλή του αυτοκράτορα Huang-ti και θεωρήθηκε σημάδι κατοπινής ευημερίας. Πράγματι, στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Huang-ti εφεύρεσε μουσικά όργανα, έμαθε στο λαό του πως να φτιάχνει σπίτια από τούβλα, και για πρώτη φορά ένωσε τις κινέζικες φυλές. Σύμφωνα με την κινεζική μυθολογία, το K'i-lin εμφανίστηκε για δεύτερη φορά στο τέλος της ζωής του αυτοκράτορα, για να τον μεταφέρει στην πλάτη του στη Χώρα των νεκρών. Επίσης αναφέρεται, ότι τον 6ο αιώνα π.κ.χ, εμφανίστηκε σε έναν ναό μπροστά σε μια νεαρή γυναίκα, την Yen -Tschen -Tsai, και της παρουσίασε σε ένα σκεύος από νεφρίτη, χαραγμένο έναν διθύραμβο για τον γιό της, που θα γινόταν βασιλιάς χωρίς θρόνο.  Παρά το ότι η γυναίκα προσπάθησε να αιχμαλωτίσει το K'i-lin με ένα σκοινί από μετάξι, εκείνο υποκλίθηκε με ένα νεύμα του κεφαλιού και εξαφανίστηκε και πάλι. Το παιδί που γεννήθηκε ήταν ο Κομφούκιος, ένας άνθρωπος που με τη διδασκαλία του έμελλε να αλλάξει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. 

Στην Ιαπωνία ο Μονόκερος είναι γνωστός με την ονομασία Ki'rin. Λέγεται ότι είχε αλάνθαστη αίσθηση του Δικαίου, η οποία τον έκανε πολλές φορές εμφανίζεται στα δικαστήρια, για να σκοτώσει τον ένοχο και να ελευθερώσει τον αθώο.

Στην Ινδία ο Μονόκερος είχε σημαντικό ρόλο, αν κρίνουμε από τις προφορικές και γραπτές παραδόσεις του τόπου. Το μυθικό ζώο εμφανίζεται ήδη από την προϊστορική περίοδο Harappa. Στο Ινδικό βιβλίο "Mahabharata" συναντάμε το "Rishi Ekasringa", τον δικό μας Μονόκερο, να συνυπάρχει με τα υπόλοιπα ζώα του δάσους. Σύμφωνα με την ινδική παράδοση, γεννήθηκε από μια γαζέλα, που ήπιε το γόνιμο νερό μιας λίμνης. Στις μεταγενέστερες δυτικές παραδόσεις, το γόνιμο νερό θα γινόταν το δηλητηριώδες νερό που μπορούσε να εξαγνιστεί με το κέρας του Μονόκερου. Συστατικά αυτού αλλά και άλλων παλιών ινδικών μύθων, έχουν επηρεάσει τις γραπτές παραδόσεις της Μεσοποταμίας, επίδραση ιδιαίτερα αισθητή στο έπος του Γκιλγκαμές και εδώ εμφανίζεται ο Μονόκερος, όχι όμως σαν το ινδικό υβρίδιο, αλλά σαν ένα κοινό ζώο, όπως μπορεί κανείς να δει στις ζωγραφικές αναπαραστάσεις της Μεσοποταμίας. 

Στην νότια Ινδία ζούσε ένα πλάσμα με το όνομα eale ή yale. Λέγεται ότι είχε δύο κέρατα προς αντίθετες κατευθύνσεις, ώστε να μπορεί να επιτεθεί και να αμυνθεί καλύτερα, όταν μαχόταν προς διαφορετικές μεριές. Οι Ινδοί το θεωρούσαν Φύλακα του Καλού, και Μαχητή των Κακών Πνευμάτων.

Στην Περσία το κέρας ήταν το σύμβολο μεγάλης βιαιότητας και κινδύνου, και γι αυτό το shadhahvar θεωρείτο επικίνδυνο ζώο. Περιγράφεται σαν αντιλόπη με ένα κέρας ψηλά στο κεφάλι. Το κέρας είχε κοίλες άκρες, και αυτό δημιουργούσε υπέροχες μελωδίες όταν ο αέρας φυσούσε. Τα ζώα που άκουγαν αυτές τις μελωδίες, σαγηνεύονταν, έβγαιναν από τις κρυψώνες τους και σκοτώνονταν από το shadhahvar, τη στιγμή που θα πλησίαζαν αρκετά κοντά. 

Ο Thomas van Cantimpre, με τη σειρά του, βάσισε το σύγγραμά του σε μια τρίτομη λατινική μετάφραση των βιβλίων του Αριστοτέλη, που εκδόθηκε το 1220 από τον Michael Scotus, με τίτλο "De animalibus". Στο σύγγραμα του van Cantimpre διαβάζουμε ότι ο unicornus, είναι ο γνωστός μας Μονόκερος, γνωστός επίσης ως espentijn, ενώ το ελληνικό του όνομα είναι ρινόκερος, επειδή έχει ένα κέρατο ανάμεσα στα ρουθούνια.  Εδώ βλέπουμε την επίδραση από τη μια μεριά της Βουλγάτας (λατινική μετάφραση της Βίβλου από τον Ιερώνυμο το 405 μ.κ.χ), όπου η ελληνική λέξη Μονόκερος αντικαθίσταται από τη λατινική unicornus, όπως επίσης και την ελληνική ρινόκερος, ενώ από την άλλη τη σύγχυση του Μονόκερου με τον ήδη από την αρχαιότητα γνωστό ρινόκερο.
Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Πύθων


Ο Πύθων ήταν τέρας καθώς και χθόνια θεότητα της Ελληνικής μυθολογίας. Είχε σώμα φιδιού και φύλαγε το Μαντείο των Δελφών λέγεται πως είχε δέκα χέρια, τέσσερα μάτια και έμοιαζε με σαύρα, έκανε πολλές καταστροφές στην περιοχή θόλωνε τα νερά, κατασπάραζε κατοίκους, κατέστρεφε καλλιέργειες.

Τον Πύθων είχε γεννήσει η Γαία από την λάσπη του κατακλυσμού του Δευκαλίωνα και ζούσε σε ένα σπήλαιο προστατεύοντας το ιερό της Γαίας όπου ήταν αφιερωμένος αρχικά ο χώρος.

Στους Δελφούς ο Απόλλων σκότωσε το φοβερό κτήνος με τη βοήθεια του Ήφαιστου ο οποίος του χάρισε χρυσά βέλη και έτσι απάλλαξε τους κατοίκους της περιοχής. Από τότε το ιερό αφιερώθηκε στον Απόλλωνα και η ιέρεια του μαντείου ονομαζόταν Πυθία. Για να θυμούνται το κατόρθωμά του καθιέρωσαν αγώνες οι οποίοι ονομάστηκαν Πυθικοί.


Διαβάστε περισσότερα...

Χρυσάωρ


Γιος του Ποσειδώνα και της Μέδουσας. Ο Χρυσάωρ ήταν γιγαντόσωμος πολεμιστής - τέρας που βγήκε μέσα από το σώμα της Μέδουσας μαζί με τον Πήγασο, το φτερωτό άλογο, όταν την αποκεφάλισε ο Περσέας. Ονομάστηκε έτσι επειδή γεννήθηκε με ένα χρυσό σπαθί στο χέρι.

Ο Χρυσάωρ ήταν πρόγονος πολλών τεράτων. Απέκτησε με την Ωκεανίδα Καλλιρρόη δύο παιδιά, τον τρισώματο γίγαντα Γηρυόνη και την Έχιδνα, που ήταν μισή γυναίκα και μισή φίδι. Η Έχιδνα και ο Τυφώνας έφεραν στο φως τον Κέρβερο, τον Όρθρο, το Λιοντάρι της Νεμέας, τη Λερναία Ύδρα, τη Φαία της Κρομμυώνας και τη Σφίγγα της Θήβας.


Διαβάστε περισσότερα...

Νηρέας


Ο Νηρέας, γιος του Πόντου και της Γαίας, ήταν ο πρώτος θαλάσσιος θεός, καθιερωμένος πολύ πριν από τον κατεξοχήν θεό της Θάλασσας, Ποσειδώνα και, όπως και οι περισσότεροι θαλάσσιοι δαίμονες, κατείχε τη δυνατότητα να μεταμορφώνεται κατά βούληση, ενώ συχνά παρουσιάζεται ως ο καλυμμένος με φύκια γέροντας της θάλασσας. Άλλες φορές απεικονίζεται ως άνδρας με μορφή ψαριού (κάτι σαν αρσενική γοργόνα), άλλοτε όμως από το σώμα του ξεπροβάλλει ένας τράγος ή φίδι. Σε φίδι είχε μεταμορφωθεί όταν πάλευε με τον Ηρακλή, ο ήρωας όμως τον έδεσε, όπως τον είχαν συμβουλέψει οι θεές της Τύχης και έτσι τον ανάγκασε να απαντήσει σε όλες του τις ερωτήσεις. Εδώ να αναφέρουμε ότι πρόκειται για την πρώτη θαλάσσια θεότητα (μαζί με τον Ωκεανό), τουλάχιστον μια γενιά μεγαλύτερος από τον Ποσειδώνα.

Ο Νηρέας φημιζόταν επίσης για τις προφητικές του ικανότητες· όταν συνάντησε τον Πάρη, του προφήτεψε την πτώση της Τροίας, ενώ επίσης προείπε το ένδοξο πεπρωμένο του Ηρακλή στους Αργοναύτες, με τη βοήθεια του Γλαύκου, που ερμήνευσε τα λόγια του σ' αυτούς. Καλοσυνάτος και καλοπροαίρετος, ο πρώτος γιος του Πόντου και της Γαίας, ήταν γνωστός για τη δικαιοσύνη, την προθυμία και τη φιλαλήθειά του· πάντα αφανής και σε ταπεινούς ρόλους, δε δίσταζε να βοηθήσει όποιον είχε ανάγκη: ανάθρεψε την Αφροδίτη στην κατοικία του, ενώ ευεργέτησε τον Πηλέα - που του χάρισε το φάρμακο για να νικήσει την πείνα - και, φυσικά, τον ηρωικό ημίθεο Ηρακλή, βγάζοντας τον από τη δύσκολη θέση, όταν του έδωσε το κύπελλο του Ήλιου για να περάσει μ' αυτόν τον Ωκεανό. Ακόμη, του έδειξε το δρόμο για να φτάσει μέχρι τον κήπο των Εσπερίδων. Ο αγαθοποιός Νηρέας ζευγάρωσε με τη Δωρίδα, κόρη του Ωκεανού και της Τηθύδας (μια από τις 3.000 Ωκεανίδες), και μαζί της απέκτησε 50 κόρες, τις Νηρηίδες (επιποντίδες μύμφαι ή Εραγίδες), πανέμορφες νύμφες της θάλασσας που έμεναν μαζί με τον Νηρέα, που προστάτευαν τα πέλαγα και τους θαλασσινούς και ζούσαν μέσα στις θαλασσοσπηλιές. βοηθώντας τους και λαμβάνοντας διάφορες μορφές. 


Τόσο περήφανες για την ομορφιά του ήταν που, όταν η Κασσιόπη, γυναίκα του Κηφέα, περηφανεύτηκε ότι ήταν πιο όμορφη και απ’ αυτές, αμφισβητώντας το έκπαγλο κάλλος τους, αυτές ζήτησαν από το θεό της θάλασσας, Ποσειδώνα, να τιμωρήσει σκληρά την πόλη του Κηφέα, καταστρέφοντας την. Εδώ φαίνεται η απλοϊκότητα των αρχαίων Ελλήνων, που απέδιδαν τυχόν φυσικές καταστροφές στους θεούς τους. Όταν απλωνόταν η γαλήνη στη θάλασσα έβγαιναν στις ακτές, ανάλαφρες και αέρινες, στρώνοντας χορό. Ζούσαν στο βυθό της θάλασσας, παρέα με τον πατέρα τους, γεμάτες δροσιά και χάρη, ομορφιά και καλοσύνη· δουλεία τους ήταν να φουρτουνιάζουν και να γαληνεύουν τη θάλασσα, προσφέροντας, ταυτόχρονα, βοήθεια σε κάθε ναυτικό που τη χρειαζόταν. Τους άρεσε να παίζουν καθισμένες πάνω στις αφρισμένες χαίτες των κυμάτων ή πάνω στους βράχους για να στεγνώσουν τα πυκνά, σγουρά, γεμάτα πράσινες ανταύγειες και μήκους μέχρι τα πόδια τους μαλλιά τους. 

Περήφανες και χαρούμενες για την αθανασία τους και την ωραιότητά τους, συνόδευαν συχνά τα αμάξια των θαλασσινών θεών. Τα ονόματά των 50 Νηρηίδων ήταν: Αγαύη, Ακταία, Αλία, Αλιμήδη, Αμφιτρίτη, Αυτονόη, Γαλάτεια, Γαλήνη, Γλαυκή, Γλαυκονόμη, Δυναμήνη, Δωρίδα, Δωτώ, Ερατώ, Ευαγόρη, Ευάρνη, Ευδώρη, Ευκράτη, Ευλιμένη, Ευνίκη, Ευπόμπη, Ηιόνη, Θεμιστώ, Θέτις, Θόη, Ιπποθόη, Ιππονόη, Κυματολήγη, Κυμοδόκη, Κυμοθόη, Κυμώ, Λαομέδεια, Λειαγόρη, Λυσιάνασσα, Μελίτη, Μενίππη, Νημερτής, Νησαία, Νησώ, Πανόπη, Παντοπορεία, Πασιθέα, Πολυνόη, Προνόη, Πρωτομέδεια, Πρωτώ, Σαώ, Σπειώ, Φέρουσα και Ψαμάνθη.

Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτωνας


Ο Τρίτων στην ελληνική μυθολογία ήταν θεότητα της θάλασσας που αναφέρεται πρώτα από τον Ησίοδο στη Θεογονία (930-933). Γιος του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης που κατοικούσε στο βυθό της θάλασσας στα χρυσά ανάκτορα των γονιών του. Κατά το σώμα ήταν όμοιος με τους άλλους θεούς αλλά από τους γλουτούς και κάτω κατέληγε σε ουρά (Απολλώνιος ο Ρόδιος «Αργοναυτικά» Δ' 1610-1617).

Επειδή οι περί αυτόν παραδόσεις εντοπίζονταν στις ακτές του σημερινού κόλπου της Σύρτης (Λιβύη) φαίνεται πως η λατρεία αυτού μεταφέρθηκε από Έλληνες ναυτικούς εξ Αφρικής προσλαμβάνοντας ανθρωπόμορφη παρουσία. Το όνομά του συνδέθηκε με την Αργοναυτική εκστρατεία όταν το πλοίο Αργώ σφηνώθηκε (προσάραξε) στη Τριτωνίτιδα λίμνη και βοήθησε στην αποκόλληση και έξοδό του στο ανοικτό πέλαγος.

Κατά τις παραδόσεις του Παυσανία («Βοιωτικά» Θ' 20,24,25) ο Τρίτων φονεύθηκε από τον Διόνυσο όταν επιτέθηκε κατά των Ταναγραίων γυναικών που κολυμπούσαν για να «καθαρθούν» προκειμένου να συμμετάσχουν σε όργια Διονυσιακής εορτής. Κατ΄ άλλους ο Τρίτων (ως προσωποποίηση του παλινδρομικού παράκτιου κύματος) άρπαζε κοπάδια ζώων που πλησίαζαν τις ακτές οπότε κάποιος Ταναγραίος βοσκός απέκοψε τον αυχένα του Τρίτωνα την ώρα που εκείνος κοιμόταν (δηλαδή σε κάποια κατάσταση ηρεμίας έφτιαξε κάποιο παράκτιο φράγμα - τοιχίο) ή φονεύθηκε από τον Διόνυσο επειδή συνελήφθη μεθυσμένος.

Ο Παυσανίας τον περιγράφει να φέρει πυκνά βαθυπράσινα μαλλιά (χρώμα ρηχής θάλασσας), με μεγάλο στόμα (μήκος ακτής), μάτια μεγάλα λευκά (παράκτιος αφρός), δάκτυλα και νύχια μεγάλα (τα ίχνη του αποσυρόμενου παράκτιου κύματος επί της ξηράς) και από το στέρνο και κάτω ουρά δελφίνων (ως ορμή που έβγαινε από τη θάλασσα). Άλλοι παρίσταναν αυτόν με δύο ουρές και δύο πόδες ίππου όπως ο Ιχθυοκένταυρος. Άλλοι θεωρούσαν ότι υπήρχαν πολλοί Τρίτωνες οι «Κενταυροτρίτωνες» που σάλπιζαν με κοχύλια την έλευση του Ποσειδώνα ή κατά διαταγή εκείνου την ηρεμία των κυμάτων. Η φαντασία των αρχαίων Ελλήνων δημιούργησε και ερωτικές περιπέτειες αυτών με τις Νηρηίδες όπως οι ακόλουθοι του Πάνα οι Σάτυροι με τις Νύμφες. Ο Τρίτωνας συνδέθηκε επίσης με τον μύθο του Ηρακλή «των χρυσών μήλων των Εσπερίδων» που έπρεπε προηγουμένως να τον καταβάλει ο Ηρακλής. Εξ αυτού και η γλυπτή παράσταση στη ζωοφόρο αρχαίου ναού στην Ακρόπολη (Αθήνα).

Η θεότητα αυτή εισήχθηκε και στη Ρωμαϊκή μυθολογία, έτσι ο μεν Βιργίλιος αναφέρει πως ο σύντροφος του Αινεία ο Μισηνός γκρεμίσθηκε από τον Τρίτωνα στη θάλασσα επειδή τόλμησε να συναγωνισθεί μαζί του στον ήχο της σάλπιγγας, ο δε Οβίδιος επειδή συνετέλεσε στην αποχώρηση των υδάτων με τα οποία ο Ζευς απειλούσε να καλύψει τη γη μετά τον κατακλυσμό.

Κύριο σύμβολο της θεότητας ήταν το «θαλάσσιο κέρας» ή «θαλάσσια κόγχη», το κοινώς λεγόμενο μεγάλο κοχύλι εκ του οποίου έβγαιναν ήχοι που τίποτα δεν μπορούσε ν΄ αντισταθεί καθώς και η τρίαινα και το κουπί (παράκτια ναυτικά εργαλεία).

Στον αρχαίο ισθμό της Κορίνθου (κατά τον Παυσανία) στον Ναό του Ποσειδώνα υπήρχαν χάλκινοι Τρίτωνες καθώς και δύο χρυσελεφάντινοι, που είχε αφιερώσει ο Ηρώδης ο Αττικός. Επίσης στη κορυφή της στέγης του ωρολογίου του Ανδρόνικου του Κυρρήστου, στην Αθήνα, υπήρχε Τρίτωνας βαστάζοντας ράβδο που στρέφονταν κατά τη διεύθυνση του πνέοντος ανέμου (ως ανεμοδείκτης). Επίσης σε νεώτερους χρόνους, (Ελληνιστική περίοδος) φαίνεται πως το δάπεδο στον πρόναο του Ναού του Διός στην Ολυμπία το είχαν κοσμήσει με ωραίο ψηφιδωτό που εικόνιζε δύο Τρίτωνες.


Διαβάστε περισσότερα...

Τυφώνας


Ο Τυφώνας ή Τυφέας σύμφωνα με τη μυθολογία, είναι ένα τερατώδες ον, ο νεότερος γιος της Γαίας και του Τάρταρου. Υπάρχουν ωστόσο παραλλαγές που συνδέουν τον Τυφώνα με την Ήρα και τον Κρόνο. Η Γαία, δυσαρεστημένη από την ήττα των Γιγάντων, διέβαλε το Δία στην Ήρα και εκείνη πήγε να ζητήσει από τον Κρόνο ένα μέσο να εκδικηθεί. Ο Κρόνος της παρέδωσε δύο αυγά διαποτισμένα με το σπέρμα του. Αν θα έθαβε, από αυτά τα αυγά θα γεννιόταν ένας δαίμονας ικανός να εκθρονίσει το Δία. Ο δαίμονας αυτός ήταν ο Τυφώνας. Σύμφωνα με άλλη μυθική παράδοση, ο Τυφώνας ήταν γιος της Ήρας, που τον είχε γεννήσει μόνη της, χωρίς τη βοήθεια κανενός αρσενικού στοιχείου, όπως έκαμε με τον Ήφαιστο. Η Ήρα έδωσε το γιο της σε ένα δράκοντα, το φίδι Πύθωνα που ζούσε στους Δελφούς, για να τον μεγαλώσει.

Ο Τυφώνας ήταν κάτι ανάμεσα σε άνθρωπο και σε άγριο ζώο. Το μέγεθος και η δύναμή του ήταν πολύ μεγαλύτερη από τα άλλα παιδιά της Γαίας. Ήταν μεγαλύτερος από όλα τα βουνά και το κεφάλι του έφτανε τα αστέρια. Τα ανοικτά του χέρια έφταναν από την Ανατολή ως τη Δύση. Στους ώμους του είχε εκατό κεφάλια δρακόντων. Το σώμα του μέχρι τη μέση έμοιαζε με άνθρωπο, αλλά απ' τη μέση και κάτω είχε σώματα κουλουριασμένων φιδιών. Από τα μάτια του έβγαινε φωτιά και από τα κεφάλια του παντοειδείς κραυγές και συριγμοί. Επίσης το σώμα του το κάλυπταν φτερά..


Όταν ο Τυφώνας μεγάλωσε, ανέβηκε στον Όλυμπο για να εκδικηθεί τους θεούς για την αποδεκάτιση των Γιγάντων. Εκεί εκσφενδόνιζε βράχους και μαινόταν με αφάνταστη οργή και με εκκωφαντικές βοές που έβγαζε από τα εκατό λαρύγγια του. Οι θεοί για να γλυτώσουν κατέφυγαν στην Αίγυπτο, όπου κρύφτηκαν μεταμορφωμένοι σε ζώα. Ο Απόλλωνας έγινε γεράκι, ο Ερμής ίβις, ο Άρης ψάρι, ο Διόνυσος τράγος, ο Ήφαιστος βόδι κτλ. Μόνον η Αθηνά βρήκε το θάρρος να αντισταθεί και γι αυτό κατηγόρησε τον Δία που είχε μεταμορφωθεί σε κριό ότι δείλιασε μπροστά στον κίνδυνο. Ο Δίας βρήκε και πάλι το θάρρος του και αποφάσισε να αντιμετωπίσει τον Τυφώνα.

Ο Δίας βρήκε και πάλι το θάρρος του και αποφάσισε να αντιμετωπίσει τον Τυφώνα. Του επιτέθηκε και τον χτυπούσε με κεραυνούς τρέποντας τον σε φυγή και καταδιώκοντας τον μέχρι το Κάσιον όρος (στην σημερινή Συρία). Εκεί έγινε μεγάλη μάχη, κατά την οποία αρχικά υπερίσχυσε ο Τυφώνας σε πάλη εκ του συστάδην. Ο Τυφώνας με τα εκατό του σώματα περικύκλωσε τον Δία και τον ακινητοποίηση. Αφαίρεσε από τον δεμένο Δία τους κεραυνούς και την μακρυά οδοντωτή άρπη του (δρεπάνι με το οποίο είχε ακρωτηριάσει ο Κρόνος τον Ουρανό), και με αυτήν έκοψε όλους τους τένοντες των χεριών και των ποδιών του Δία. Μετά τη νίκη του, ο Τυφώνας παρέδωσε τα πάντα στον αδελφό του τον Πύθωνα να φυλάει τον αιχμάλωτο και ανήμπορο πλέον Δία μέσα στην σπηλιά του, στο Κωρύκιο Άντρο. Εκεί εισέβαλαν κρυφά ο Ερμής και ο Πάνας, έκλεψαν τους κομμένους τένοντες και απελευθέρωσαν τον Δία. Ο Δίας, αφού εφοδιάστηκε από τον Όλυμπο με καινούριους κεραυνούς, ξανά ανέκτησε τη δύναμή του. Πήγε στο μυθολογικό όρος Νύσσα, όπου εφαρμόζοντας την συμβουλή των τριών Μοιρών διετράφηκε με κοινά φρούτα που έτρωγαν οι άνθρωποι, και μετά πήγε στο όρος Αίμο της Θράκης για να αντιμετωπίσει τον αντίπαλό του. Εκεί έγινε νέα μάχη, όπου ο Τυφώνας πάλι πετροβόλησε τον Δία με τεράστιους όγκους βουνών, αλλά αυτός, κυνηγώντας τον, τον κατακεραύνωσε. Τέλος, ο Τυφών κατέφυγε τη Σικελία, όπου ο Δίας τον κεραυνοβόλησε πολλές φορές και του πέταξε το όρος Αίτνα, τον καταπλάκωσε και τον έκλεισε στα έγκατα της γης. Από εκεί ο Τυφώνας από την οργή του συνεχίζει κατά καιρούς να εκβάλλει κραυγές και πύρινες γλώσσες. Το βουνό Αίμος πήρε το όνομά του επειδή αιμορράγησε πάνω του ο Τυφώνας καθώς τον χτυπούσε με κεραυνούς ο Δίας.

Κατά τον Όμηρο ο Τυφών βρίσκεται αλυσοδεμένος στη χώρα των Αρίμων δηλαδή στην Κιλικία και στη Φρυγία, ενώ κατά τον Πίνδαρο βρίσκεται θαμμένος στα έγκατα της Αίτνας στη Σικελία. Σύμφωνα με άλλους μύθους ο Τυφών ήταν γιος της Ήρας που γεννήθηκε σε κάποια στιγμή διχόνοιας του ουράνιου ζεύγους, εκφράζοντας έτσι τη διαταραχή της ατμόσφαιρας.

Απόγονοι της Έχιδνας και του Τυφώνα είναι: Γηρυών, Λιοντάρι της Νεμέας, Κέρβερος, Λάδων, Χίμαιρα, Σφίγγα, Λερναία Ύδρα

Απόγονοι της Αφροδίτης και του Τυφώνα είναι: η Σοφία, η Αλεξάνδρα, η Πανδώρα, ο Αιοσφώρος, η Αστάλτη, η Άρια

Ο Τυφών ήταν η χαρακτηριστική προσωποποίηση του μετεωρολογικού φαινομένου του τυφώνα κατ' εικόνα, κίνηση και καταστροφή που ανασηκώνεται από τη Γη, στροβιλίζεται ως φίδια και πλατειάζοντας υψώνεται στον ουρανό ενώ μαύρα συνήθως φαίνονται ως κεφάλια του να περιστρέφονται μ' αυτόν και να καλύπτουν όλο τον ουρανό.
Διαβάστε περισσότερα...