Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

Κράτης ο Θηβαίος (368/365 - 288/285 π.κ.χ)


Ο Κράτης γεννήθηκε στη Θήβα και ήταν γιος του Ασκώνδα. Αναφέρεται ως ο διασημότερος και πιο πιστός μαθητής του Διογένη, αν και ο ιστορικός της φιλοσοφίας Ιππόβοτος ισχυρίζεται πως ήταν μαθητής του Αχαιού σοφιστή Βρύσωνα. Άλλες πηγές τον φέρουν και ως μαθητή του πλατωνικού φιλοσόφου (με πυθαγόρεια επένδυση) Ξενοκράτη.

Ο Κράτης γεννήθηκε μεταξύ του 368 και 365 π.κ.χ., πέθανε μεταξύ του 288 και 285 π.κ.χ., και θάφτηκε στη Βοιωτία. Με τη ζωή του έδειξε πώς η ευτυχία σε δύσκολες στιγμές είναι δυνατή για τον άνθρωπο που αφιέρωσε τη ζωή του στη φιλοσοφία.

Ο Κράτης καταγόταν από πλούσια οικογένεια, αλλά λέγεται πως έχασε την περιουσία του μετά από τη Μακεδονική εισβολή. Όμως, η πιθανότερη εκδοχή είναι ότι θυσίασε την περιουσία του για να είναι πιστός στις αρχές του. Λέγεται πως την εμπιστεύτηκε σ’ έναν τραπεζίτη, με την εντολή να την παραχωρήσει στους γιους του αν αποδεικνύονταν ηλίθιοι, ή να την μοιράσει στους φτωχούς εάν οι γιοι του αποδεικνύονταν φιλόσοφοι. Πίστευε ότι οι φιλόσοφοι δεν έχουν ανάγκη από χρήματα και μάλιστα ότι το χρήμα είναι εμπόδιο στην πραγμάτωση της φιλοσοφίας. Υπάρχει κι ένα ενδιαφέρον ανέκδοτο για τον Κράτη που λέει πως όταν απάλλαξε τον εαυτό του από την περιουσία του, θέλοντας να διακηρύξει τη νίκη του πάνω στον πλούτο, έβαλε στο κεφάλι του ένα στεφάνι, γιορτάζοντας την καινούργια του ζωή με εκδήλωση χαράς. Η νεοαποκτηθείσα φτώχεια ήταν για τον Κράτη η αρχή μιας ευτυχισμένης ζωής - μιας ατέλειωτης γιορτής γεμάτης με αστεία και γέλια.

Αφιέρωσε τη ζωή του στην απόκτηση αρετής και στη διάδοση της ασκητικής αυτοκυριαρχίας. Ο Κράτης απέκτησε το παρατσούκλι "Θυρεπανοίκτης" διότι είχε τη συνήθεια να εισέρχεται στα σπίτια απρόσκλητος και να δίνει συμβουλές στους ενοίκους. Τόση, μάλιστα, ήταν η συμπάθεια και η εκτίμηση που πολλοί έτρεφαν προς αυτόν ώστε επέγραφαν στις πόρτες των σπιτιών τους στα οποία είχε μπει: «Είσοδος Κράτητι αγαθώ δαίμονι.» Απολάμβανε μεγάλου σεβασμού από τους Αθηναίους, οι οποίοι τον θεωρούσαν έναν καλό και εξαιρετικά ενάρετο άνδρα.

Ο χαρακτήρας του Κράτη μοιάζει με το χαρακτήρα του Ινδού φιλοσόφου Siddhartha Gautama. δηλαδή του Βούδα. Στην πραγματικότητα, η Κυνική φιλοσοφία μοιάζει σε πολλά σημεία με τη Βουδιστική. Για παράδειγμα, και οι δυο φιλοσοφίες αρνούνται ότι οι απολαύσεις έχουν κάποια σχέση με την αληθινή ευτυχία. Επίσης, θεμελιώδης άποψη του ηθικού κώδικα και των δύο φιλοσοφιών είναι ότι ο άνθρωπος πρέπει να παραμελεί το σώμα για χάρη της ψυχής. Τελικά, το κοινό κρίσιμο σημείο και στις δυο φιλοσοφίες είναι η επάρκεια της αρετής για την απόκτηση της ευτυχίας.

«Εξασκήσου στο να μειώνεις τις ανάγκες σου, κι έτσι θα έρχεσαι όσο το δυνατόν πιο κοντά στο Θεό», δίδασκε ο Κράτης. Έλεγε, επίσης, ότι παρόλο που οι μάζες των ανθρώπων θέλουν να έχουν στη ζωή τους τα ίδια αποτελέσματα όπως οι Κυνικοί, όταν διαπιστώσουν πόσο δύσκολος είναι ο δρόμος απομακρύνονται εντελώς απ' αυτούς.

Όσο για τον κοσμοπολιτισμό του Κράτη, η επόμενη ρήση του δεν αφήνει καμία αμφιβολία: «Δεν υπάρχει για μένα πύργος, ούτε μία στέγη• οποιαδήποτε δε στεριά και πόλη και οικοδόμημα είναι κατάλληλο για να καταλύσω εκεί»

«Ο νόμος είναι ένα καλό πράγμα», έλεγε ο Κράτης, «αλλά όχι τόσο καλό όσο η φιλοσοφία. Εκεί  όπου ο νόμος χρησιμοποιεί τη βία εναντίον της αδικίας, η φιλοσοφία μας πείθει με τη διδασκαλία. Η φιλοσοφία  είναι καλύτερη από την κοινωνική πίεση ακριβώς στο βαθμό που είναι καλύτερο να κάνει κανείς κάτι με τη θέλησή του παρά με καταναγκασμό.»

Τα γραπτά του κείμενα ήταν αρκετά. Σύμφωνα με το Διογένη Λαέρτιο, ο Κράτης υπήρξε ο συγγραφέας πολλών επιστολών πάνω σε φιλοσοφικά θέματα, σε στυλ ελάχιστα κατώτερο του Πλάτωνα όμως, αυτές που διασώζονται με τ’ όνομα του θεωρούνται κίβδηλες, δηλαδή δουλειά μεταγενέστερων ρητόρων. Έγραψε έργα ηθικού περιεχομένου που φέρουν το συνοπτικό τίτλο ''Παίγνια". Μεταξύ αυτών
συμπεριλαμβάνονται:

  1. Οι "Παρωδίαι", από τις οποίες σώθηκε ένας εμπαιγμός κατά του Στίλπωνος κι ένας έπαινος στο σεμνό υποδηματοποιό Μίκκυλο.
  2. Η "Πήρα" (το τυπικό ταγάρι των Κυνικών), σε εξάμετρο, με σχόλια για τη ζωή των Κυνικών. Σ' αυτό το ποίημα, ο Κράτης περιγράφει σε αλληγορικό σχήμα τον τύπο της ιδανικής κοινωνίας. Η "Πήρα" αντιπροσωπεύει το όνομα και το σύμβολο ενός τέτοιου κράτους. Είναι το όνειρο μιας μακρινής πολιτείας, στην οποία κακοί άνθρωποι ή κακές καταστάσεις δεν μπορούν να φτάσουν.

Ο Κράτης εκθειάζει την απλότητα της αυτάρκειας, την απομόνωση, και την ελευθερία. Ένας απλός τρόπος ζωής φέρνει ικανοποίηση. Οι κάτοικοι της "Πήρα" είναι άνθρωποι που δεν είναι σκλάβοι της απόλαυσης και των ηδονών, αλλά που αγαπούν την ελευθερία  - την αιώνια βασίλισσα. Στο νέο βασίλειο του Κράτη δεν υπάρχει πόλεμος. Οι άνθρωποι δεν μάχονται ο ένας εναντίον του άλλου για τροφή, αφού εκεί που βασιλεύει η λιτότητα, υπάρχει αρκετή τροφή για όλους. Ο Κράτης στηρίζει τον πασιφισμό, ο οποίος πιθανό να είχε εισαχθεί από τον Αντισθένη.

Το ποίημα είναι ένα μίγμα αστείου και σοβαρότητας. Εκείνο που ο Κράτης περιγράφει στην "Πήρα" είναι μια ανύπαρκτη γη. Δεν τίθεται ερώτημα για ένα κράτος με τη συνηθισμένη έννοια. Η "Πήρα" είναι ένα όνειρο, είναι η ιδανική Κυνική κοινωνία, χωρίς δυσκολίες συντήρησης, χωρίς πολέμους ή κακίες, μια κοινωνία όπου κατοικούν άνθρωποι σαν αυτούς που προσπαθούν να διαμορφώσουν οι Κυνικοί με την παιδεία.
Ελεγείες που παρωδούν την ποίηση του Σόλωνος.

  • "Ύμνος εις ευτέλειαν" σε ελεγειακό μέτρο.
  • "Θρυλουμενη εφημερίς" - μια τραγωδία.
  • Η "Οψοποιητική", στην οποία ο Κράτης επιτίθεται κατά του συγγράμματος του Αρχεστράτου "Ηδυπάθεια".

Η βιογραφία του Κράτη από τον Πλούταρχο έχει χαθεί. Πάντως, η μεγάλη σπουδαιότητα της προσφοράς του Κράτη έγκειται και στο γεγονός ότι σχημάτισε το σύνδεσμο μεταξύ του Κυνισμού και των Στωικών, μέσω του μαθητή του. Ζήνωνα του Κιτιέα (από το Κίτιο της Κύπρου).

Αν και λέγεται πως ήταν άσχημος και κυφός, τον ερωτεύθηκε η Ιππαρχία, κόρη μιας ευγενούς οικογένειας από τη Θράκη, την οποία και νυμφεύτηκε. Η Ιππαρχία τον ακολούθησε ολόψυχα στον Κυνικό τρόπο ζωής. Την Ιππαρχία είχε συστήσει στον Κράτη ο αδελφός της Μητροκλής, που σαγηνεύτηκε από τα επιχειρήματα του Κράτη κι έγινε Κυνικός, ενώ αρχικά υπήρξε μαθητής του πλατωνικού φιλοσόφου Ξενοκράτη και του αριστοτελικού φιλοσόφου Θεοφράστου.

Αναφέρεται ότι συχνά κυνηγούσε με τη βακτηρία του όσους συγγενείς τον αναζητούσαν προσπαθώντας να τον μεταπείσουν από τον τρόπο ζωής του. Εκείνος όμως παρέμενε αμετακίνητος. Έλεγε ότι ο άνθρωπος πρέπει να σπουδάζει φιλοσοφία σε τέτοιο βαθμό που να βλέπει τους στρατηγούς με το ίδιο μάτι που βλέπει τους οδηγούς γαϊδάρων. Ένα άλλο ανέκδοτο που αποδίδεται στον Κράτη είναι ότι αυτοί που ζουν ανάμεσα σε κόλακες έχουν τόση ελπίδα όση και τα μοσχάρια ανάμεσα σε λύκους• διότι δε βρίσκονται με αυτούς που έπρεπε να βρίσκονται, δηλαδή με τους όμοιους των, αλλά βρίσκονται με κείνους που στήνουν ενέδρα εναντίον τους.

Οι Κυνικοί πίστευαν ότι το να δίνει κανείς χρήσιμες συμβουλές είναι ο πιο σημαντικός ρόλος του φίλου, αφού οι χρησμοί ήταν και ακριβοί και γενικά διφορούμενοι. Η αξία των συμβουλών από έναν άνθρωπο σαν τον Κράτη, αποστασιοποιημένο από τις συνηθισμένες υποθέσεις της ζωής, έγκειτο στο ότι ήταν αμερόληπτες, σαφείς και σχετιζόμενες με γνωστά στάνταρτ αξιών. Κήρυττε τις αρετές της ομόνοιας μεταξύ αδελφών, και τα πλεονεκτήματα της αυτοκυριαρχίας σε κείνους που φαίνονταν να τα είχαν μεγάλη ανάγκη.

Ο Κράτης έλεγε πως ήταν συμπατριώτης του σοφού Διογένη, στον οποίο ούτε η ζήλια δεν είχε ποτέ επιτεθεί!

Όταν ο Αλέξανδρος τον ρώτησε εάν θα ήθελε να δει την αποκατάσταση της πατρίδας του, ο Κράτης φέρεται να είπε:
«Σε τι θα χρησίμευσε αυτό; Διότι ίσως στο μέλλον, κάποιος άλλος Αλέξανδρος θα ερχόταν να την καταστρέψει και πάλι. Αλλά για το σοφό άνδρα, η φτώχεια και η αγαπημένη αφάνεια θα έπρεπε να θεωρούνται πατρίδα του• διότι αυτές ακόμη και η τύχη δεν μπορεί να του τις στερήσει.»

Όταν διαισθάνθηκε ότι πέθαινε, έκανε στίχους για τον εαυτό του, λέγοντας:
«Φεύγεις, ευγενή καμπούρη, φεύγεις,
Στα πεδία του Πλούτωνα πηγαίνεις.
Καμπουριασμένος διπλά από τα γεράματα.»

Είχε κι αυτός αγκαλιάσει την ιδέα του Κοσμοπολιτισμού και έλεγε:
«Δεν υπάρχει πόλη, ούτε μια φτωχή μικρή οικία,
Που είναι η πατρίδα μου• αλλά σε όλη τη γη,
Κάθε πόλη και κάθε κατάλυμα φαίνεται σε μένα,
Ένας τόπος έτοιμος για την υποδοχή μου.»


Μαρία Σεφέρου



Αποφθέγματα

Τον έρωτα τον σταματά η πείνα , ειδεμή ο χρόνος . Αν δεν ισχύσει τίποτα από αυτά , τότε η θήλεια .

Είναι αδύνατον να βρεθεί κάποιος τελείως αψεγάδιαστος , αλλά όπως στο ρόδι , υπάρχει πάντα κάποιος σάπιος κόκκος.

Ο πλούτος και τα υλικά αγαθά γίνονται καπνός

Ο χρόνος με λύγισε, ο χρόνος που ενώ είναι σοφός αρχιτέκτονας, με τη διεργασία του όλα τα εξασθενίζει.

Προσπαθω να κρατω τα ηνια της κοιλιας μου και οποιος δεν ξερεινα τα κρατα ας περιμενει πολλα κακα.

Και στον γέροντα και στο νέο πολύτιμο είναι να κρατούν σε σιωπή τη γλώσσα τους

Blog Widget by LinkWithin

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου