Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάφοροι Ύμνοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάφοροι Ύμνοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

Λουκρήτιος - Ύμνος στην Αφροδίτη

Μητέρα της γενιάς του Αινεία, θεών και ανθρώπων ηδονή, πάνσεπτη Αφροδίτη, κάτω από το θόλο του ουρανού όπου γλιστρούνε τ' άστρα εσύ δίνεις ζωή στη θάλασσα που πλέουν τα καράβια και στην καρπερή τη γη, χάρη σ' εσένα κάθε πλάσμα ζωντανό γεννιέται κι αντικρίζει το φως του ήλιου· μόλις φανείς εσύ, θεά, σκορπίζονται οι άνεμοι και τ' ουρανού τα νέφη, με τ' άγγιγμα σου η τεχνήτρα γη βγάζει τα ευωδιαστά λουλούδια, για σένα χαμογελούν τα πέλαγα και λάμπει γαληνεμένος ο ουρανός, στο φως πλημμυρισμένος. Σαν προβάλει ανοιξιάτικη η μέρα και λεύτερη πια φυσήξει η ζωογόνα αύρα του Ζέφυρου, εσένα πρώτα, θεά, υμνούνε τα πουλιά και διαλαλούν τον ερχομό σου, ανάστατα από τη δύναμή σου.

Τότε σκιρτούν τ' άγρια κοπάδια πέρα στα καταπράσινα λιβάδια και διαβαίνουν ποτάμια ορμητικά· αιχμάλωτα της σαγήνης σου σ' ακολουθούν όλα με πόθο, όπου κι όπως εσύ κινάς να τα οδηγήσεις. Στα πέλαγα και στα βουνά, στα ορμητικά ποτάμια, στις φυλλωσιές όπου φωλιάζουν τα πουλιά και στους χλοερούς τους κάμπους, εσύ ανάβεις στα στήθη όλων τον γλυκό έρωτα κι όλα τα όντα κάνεις να ποθούν να διαιωνίσουν τη γενιά τους. Κι αφού μόνη εσύ ορίζεις τη φύση των όντων και χωρίς εσένα τίποτε δεν έρχεται ν' αναδυθεί στις όχθες του θεϊκού φωτός και τίποτε πρόσχαρο και θελκτικό δε γεννιέται, εσένα λοιπόν ποθώ να έχω σύντροφό μου στη γραφή των στίχων που βάλθηκα να συνθέσω για τη Φύση των Πραγμάτων, για χάρη του Μεμμιάδη μας, που εσύ, θεά, ευδόκησες να τον προικίσεις με όλες τις χάρες, για να ξεχωρίζει στους αιώνες.

Δώσε θεά στα λόγια μου αιώνια ομορφιά και κάνε να καταλαγιάσουν τα άγρια έργα του πολέμου στα πέλαγα και σ' όλες τις στεριές. Γιατί μόνο εσύ μπορείς να δώσεις στους θνητούς χαρά με μια γαλήνια ειρήνη, αφού ο Άρης, ο άρχοντας των όπλων, που ορίζει τα άγρια έργα του πολέμου, στην αγκαλιά σου βυθίζεται κάθε τόσο νικημένος απ' την αγιάτρευτη πληγή του έρωτα, σ' εσένα το βλέμμα του υψώνει και παραδομένος σε θωρεί γέρνοντας πίσω τον όμορφο λαιμό του· μ' έρωτα τρέφει τ' αχόρταγά του μάτια κι από τα χείλη σου κρέμεται η ανάσα του. Γείρε θεά, κι όπως πλαγιάζει σκέπασ' τον με το ιερό κορμί σου, κι άφησ' από τα χείλη σου να βγουν γλυκά λογάκια και ζήτα, τρισένδοξη εσύ, ειρήνη αδιατάραχτη για τους Ρωμαίους. Γιατί σ' αυτούς τους χαλεπούς για την πατρίδα χρόνους, ούτε εγώ μπορώ με αμέριμνο νου στο έργο μου ν' αφοσιωθώ, ούτε ο ξακουστός γόνος των Μέμμιων, σε τέτοιες συνθήκες να λείψει από τη δράση για το κοινό καλό.


Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Αρχίλοχος - Εις Δία


ώ Ζεύ, πάτερ Ζεύ, σόν μέν ουρανού κράτος,
σύ δ' έργ' επ' ανθρώπων οράις
λεωργά καί θεμιστά, σοί δέ θηρίων
ύβρις τε καί δίκη μέλει.
Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

Καστορίων Υμνος εις τον Πανα


σέ τόν βολαίς νιφοκτύποις δυσχείμερον
ναίονθ' έδραν, θηρονόμε Πάν, χθόν' 'Αρκάδων,
κλήσω γραφή τήδ' εν σοφή πάγκλειτ' έπη
συνθείς, άναξ, δύσγνωστα μή σοφώ κλύειν,
μωσοπόλε θήρ, κηρόχυτον ός μείλιγμ' ιείς.
Διαβάστε περισσότερα...

Αριστόνοος - `Εστίαι


`Ιεράν ιερών άνασσαν
`Εστίαν υμνήσομεν, ά καί ''Ολυμπον
καί μυχόν γαίας μεσόμφαλον αεί
Πυθίαν τε δάφναν κατέχουσα
ναόν αν' υψίπυλον Φοίβου χορεύεις
τερπομένα τριπόδων θεσπίσμασι,
καί χρυσέαν φόρμιγγ' 'Απόλλων
οπηνίκ' άν επτάτονον
κρέκων μετά σού θαλιάζοντας θεούς ύμνοισιν αύξη.
Χαίρε Κρόνου θύγατερ
καί `Ρέας, μούνα πυρός αμφιέπουσα
βωμούς αθανάτων εριτίμους,
`Εστία, δίδου δ' αμοιβάς
εξ οσίων πολύν ημάς
όλβον έχοντας αεί λιπαρόθρονον
αμφί σάν θυμέλαν χορεύειν.
Διαβάστε περισσότερα...

Αριστόνοος - 'Απόλλωνι Πυθίωι τόν ύμνον



Πυθίαν ιερόκτιτον
ναίων Δελφίδ' αμφί πέτραν
αεί θεσπιόμαντιν έδραν, ιή ιέ Παιάν,
''Απολλον, Κοίου τε κόρας
Λατούς σεμνόν άγαλμα καί
Ζηνός υψίστου μακάρων
βουλαίς, ώ ιέ Παιάν.
''Ενθ' από τριπόδων θεοκτήτων, χλ[ω]ρότομον δάφναν
σείων, μαντοσύναν εποιχνείς, ιή ιέ Παιάν,
φρικώεντος εξ αδύτου
μελλόντων θέμιν ευσεβή
χρησμοίς ευφθόγγου τε λύρας
αυδαίς, ώ ιέ Παιάν.
`Αγνισθείς ενί Τέμπεσιν
βουλαίς Ζηνός υπειρόχου,
επεί Παλλάς έπεμψε Πυθώδ', [ιή] ιέ Παιάν,
πείσας Γαίαν ανθοτρόφον
Θέμιν τ' ευπλόκαμον θεάν
[αι]έν ευλιβάνους έδρας
έχεις, ώ ιέ Παιάν.
''Οθεν Τριτογενή προναίαν εμ μαντείοις α[γί]οις
σέβων αθανάτοις αμοι[β]αίς, ιή ιέ Παιάν,
χάριν παλαιάν χαρίτων
τάν τότ' αϊδίους έχων
μνήμας, υψίστα<ι>ς εφέπεις
τιμαίς, ώ ιέ Παιάν.
Δωρούντ[αι] δέ σ' αθάνατοι,
Ποσειδών αγνοίς δαπέδοις,
Νύμφαι Κωρυκίοισιν άντροις, ιή ιέ Παιάν,
τριετέσιν φαναίς Βρόμιος,
σεμνά δ' ''Αρτεμις ευπόνοις
κυνών εμ φυλακαίς έχει
τόπους, ών ιέ Παιάν.
'Αλλ' ώ Παρνασσού γυάλων
ευδρόσοισι Κασταλίας
να[ς]μοίς σόν δέμας εξαβρύνων, ιή ιέ Παιάν,
χαρείς ύμνοις ημετέροις,
όλβον εξ οσίων διδούς
αεί καί σώζων εφέποις
ημάς, ώ ιέ Παιάν.

Διαβάστε περισσότερα...

Ανακρέων


γουνούμαί σ' ελαφηβόλε
ξανθή παί Διός αγρίων
δέσποιν' ''Αρτεμι θηρών:
ή κου νύν επί Ληθαίου
δίνηισι θρασυκαρδίων
ανδρών εσκατοράις πόλιν
χαίρουσ', ου γάρ ανημέρους
ποιμαίνεις πολιήτας.
ούτος δηύτ' 'Ιηλυσίους
τίλλει τούς κυανάσπιδας.
σινάμωροι πολεμίζουσι θυρωρώι
<ο> Μεγιστής δ' ο φιλόφρων δέκα δή μήνες επεί τε
στεφανούταί τε λύγωι καί τρύγα πίνει μελιηδέα.
μυθιήται
δ' ανά νήσον ώ Μεγιστή
διέπουσιν ιρόν άστυ,
καί μ' επίβωτον
κατά γείτονας ποήσεις.
άγε δή φέρ' ημίν ώ παί
κελέβην, όκως άμυστιν
προπίω, τά μέν δέκ' εγχέας
ύδατος, τά πέντε δ' οίνου
κυάθους ως άν υβριστιώς
ανά δηύτε βασσαρήσω.
άγε δηύτε μηκέτ' ούτω
πατάγωι τε καλαλητώι
Σκυθικήν πόσιν παρ' οίνωι
μελετώμεν, αλλά καλοίς
υποπίνοντες εν ύμνοις.
ώναξ, ώι δαμάλης ''Ερως
καί Νύμφαι κυανώπιδες
πορφυρή τ' 'Αφροδίτη
συμπαίζουσιν, επιστρέφεαι
δ' υψηλάς ορέων κορυφάς:
γουνούμαί σε, σύ δ' ευμενής
έλθ' ημίν, κεχαρισμένης
δ' ευχωλής επακούειν:
Κλεοβούλωι δ' αγαθός γένεο
σύμβουλος, τόν εμόν γ' έρω-
τ', ώ Δεόνυσε, δέχεσθαι.
σφαίρηι δηύτέ με πορφυρήι
βάλλων χρυσοκόμης ''Ερως
νήνι ποικιλοσαμβάλωι
συμπαίζειν προκαλείται:
η δ', εστίν γάρ απ' ευκτίτου
Λέσβου, τήν μέν εμήν κόμην,
λευκή γάρ, καταμέμφεται,
πρός δ' άλλην τινά χάσκει.
Κλεοβούλου μέν έγωγ' ερέω,
Κλεοβούλωι δ' επιμαίνομαι,
Κλεόβουλον δέ διοσκέω.
ώ παί παρθένιον βλέπων
δίζημαί σε, σύ δ' ου κλύεις,
ουκ ειδώς ότι τής εμής
ψυχής ηνιοχεύεις.
εγώ δ' ούτ' άν 'Αμαλθίης
βουλοίμην κέρας ούτ' έτεα
πεντήκοντά τε κακατόν
Ταρτησσού βασιλεύσαι,
μείς μέν δή Ποσιδηίων
έστηκεν νεφέλη δ' ύδωρ
< > βαρύ δ' άγριοι
χειμώνες κατάγουσι.
τί μέν πέτεαι
συρίγγων κοϊλώτερα
στήθεα χρισάμενος μύρωι;
σέ γάρ
φη Ταργήλιος εμμελέως
δισκείν
πολλά δ' ερίβρομον
Δεόνυσον,
αλλ' ώ τρίς κεκορημένε
Σμερδίη
σύ γάρ ής έμοι-
γ' αστεμφής
Λευκίππην έπι δίνεαι
ο δ' υψηλά νενωμένος
ούτ' εμήν απαλήν κάσιν:
ου δηύτ' έμπεδός ειμι
ουδ' αστοίσι προσηνής:
ξανθήι δ' Ευρυπύληι μέλει
ο περιφόρητος 'Αρτέμων,
ηρίστησα μέν ιτρίου λεπτού μικρόν αποκλάς,
οίνου δ' εξέπιον κάδον: νύν δ' αβρώς ερόεσσαν
ψάλλω πηκτίδα τήι φίληι κωμάζων παιδί αβρήι.
ψάλλω δ' είκοσι
χορδαίσι μάγαδιν† έχων,
'~Ω Λεύκασπι, σύ δ' ηβάις.
τίς ερασμίην
τρέψας θυμόν ες ήβην τερένων ημιόπων υπ' αυλών
ορχείται;
αρθείς δηύτ' από Λευκάδος
πέτρης ες πολιόν κύμα κολυμβώ μεθύων έρωτι.
ιπποθόρων δέ Μυσοί
εύρον μείξιν όνων
αναπέτομαι δή πρός ''Ολυμπον πτερύγεσσι κούφηις
διά τόν ''Ερωτ': ου γάρ εμοί <> θέλει συνηβάν.
υποπόλιον γένειον χρυσοφαέννων,
πτερύγων ή αετοίς παραπετέσθω,
χαίρε φίλον φώς χαρίεντι μειδιών προσώπωι:
είμι λαβών εισάρας,
ασπίδα ρίψας ποταμού καλλιρόου παρ' όχθας,
δακρυόεσσάν τ' εφίλησεν αιχμήν
οινοχόει δ' αμφίπολος μελιχρόν
οίνον τρικύαθον κελέβην έχουσα.
ουδ' αργυρή κω τότ' έλαμπε Πειθώ.
εκ ποταμού 'πανέρχομαι πάντα φέρουσα λαμπρά.
Σίμαλον είδον εν χορώι πηκτίδ' έχοντα καλήν.
τόν μυροποιόν ηρόμην Στράττιν ει κομήσει.
πρίν μέν έχων βερβέριον, καλύμματ' εσφηκωμένα,
καί ξυλίνους αστραγάλους εν ωσί καί ψιλόν περί
πλευρήισι <> βοός,
νήπλυτον είλυμα κακής ασπίδος, αρτοπώλισιν
καθελοπόρνοισιν ομιλέων ο πονηρός 'Αρτέμων,
κίβδηλον ευρίσκων βίον,
πολλά μέν εν δουρί τιθείς αυχένα, πολλά δ' εν τροχώι,
πολλά δέ νώτον σκυτίνηι μάστιγι θωμιχθείς, κόμην
πώγωνά τ' εκτετιλμένος:
νύν δ' επιβαίνει σατινέων χρύσεα φορέων καθέρματα
παίς Κύκης καί σκιαδίσκην ελεφαντίνην φορεί
γυναιξίν αύτως <>. φίλη γάρ εις ξείνοισιν: έασον δέ με διψέοντα πιείν.
καλλίκομοι κούραι Διός ωρχήσαντ' ελαφρώς.
νύν δ' από μέν στέφανος πόλεως όλωλεν.
ούτε γάρ ημετέρειον ούτε καλόν
ορσόλοπος μέν ''Αρης φιλεί μεναίχμην
ηδυμελές χαρίεσσα χελιδοί
μνάται δηύτε φαλακρός ''Αλεξις
πολιοί μέν ημίν ήδη
κρόταφοι κάρη τε λευκόν,
χαρίεσσα δ' ουκέτ' ήβη
πάρα, γηραλέοι δ' οδόντες,
γλυκερού δ' ουκέτι πολλός
βιότου χρόνος λέλειπται:
διά ταύτ' ανασταλύζω
θαμά Τάρταρον δεδοικώς:
'Αίδεω γάρ εστι δεινός
μυχός, αργαλή δ' ες αυτόν
κάτοδος: καί γάρ ετοίμον
καταβάντι μή αναβήναι.
φέρ' ύδωρ φέρ' οίνον ώ παί φέρε <δ'> ανθεμόεντας ημίν
στεφάνους ένεικον, ως δή πρός ''Ερωτα πυκταλίζω.
πλεκτάς
δ' υποθυμίδας περί στήθεσι λωτίνας έθεντο.
αστραγάλαι δ' ''Ερωτός εισιν
μανίαι τε καί κυδοιμοί
εκδύσα κιθώνα δωριάζειν
παρά δηύτε Πυθόμανδρον
κατέδυν ''Ερωτα φεύγων.
διά δηύτε Καρικουργέος
οχάνου χείρα τιθέμενοι
έραμαι <δέ> τοι συνηβάν
χαρίεν γάρ έχεις ήθος.
καλόν είναι τώι ''Ερωτι τά δίκαιά φησιν.
εμέ γάρ λόγων είνεκα παίδες άν φιλέοιεν:
χαρίεντα μέν γάρ άιδω, χαρίεντα δ' οίδα λέξαι.
ασήμων
υπέρ ερμάτων φορέομαι.
νεότης τε κυγιείη
χθόνιον δ' εμαυτόν ήρεν.
από δ' εξείλετο θεσμόν μέγαν,
αλλά πρόπινε
ραδινούς ώ φίλε μηρούς,
αγανώς οίά τε νεβρόν νεοθηλέα
γαλαθηνόν ός τ' εν ύληι κεροέσσης
απολειφθείς από μητρός επτοήθη.
καθαρήι δ' εν κελέβηι πέντε <τε> καί τρείς αναχείσθω.
επί δ' οφρύσιν σελίνων στεφανίσκους
θέμενοι θάλειαν εορτήν αγάγωμεν
Διονύσωι
από μοι θανείν γένοιτ': ου γάρ άν άλλη
λύσις εκ πόνων γένοιτ' ουδάμα τώνδε,
Διονύσου σαύλαι Βασσαρίδες
ου δηύτέ μ' εάσεις μεθύοντ' οίκαδ' απελθείν
μεγάλωι δηύτέ μ' ''Ερως έκοψεν ώστε χαλκεύς
πελέκει, χειμερίηι δ' έλουσεν εν χαράδρηι.
απέκειρας δ' απαλής κόμης άμωμον άνθος:
Σικελόν κότταβον αγκύληι δαΐζων
εγώ δέ μισέω
πάντας όσοι χθονίους έχουσι ρυσμούς
καί χαλεπούς: μεμάθηκά σ', ώ Μεγιστή,
τών αβακιζομένων,
πώλε Θρηικίη, τί δή με
λοξόν όμμασι βλέπουσα
νηλέως φεύγεις, δοκείς δέ
μ' ουδέν ειδέναι σοφόν;
ίσθι τοι, καλώς μέν άν τοι
τόν χαλινόν εμβάλοιμι,
ηνίας δ' έχων στρέφοιμί
σ' αμφί τέρματα δρόμου:
νύν δέ λειμώνάς τε βόσκεαι
κούφά τε σκιρτώσα παίζεις,
δεξιόν γάρ ιπποπείρην
ουκ έχεις επεμβάτην.
κλύθί μεο γέροντος ευέθειρα χρυσόπεπλε κούρα
αλκίμων σ' ώ 'ριστοκλείδη πρώτον οικτίρω φίλων:
ώλεσας δ' ήβην αμύνων πατρίδος δουληΐην.
εύτέ μοι λευκαί μελαίνηισ' αναμεμείξονται τρίχες,
αι δέ μεο φρένες
εκκεκωφέαται:
Θρηικίην σίοντα χαίτην
κοίμισον δέ, Ζεύ, σόλοικον φθόγγον
καί θάλαμος εν ώι κείνος ουκ έγημεν αλλ' εγήματο.
ξείνοισίν εστε μειλίχοισιν εοικότες
στέγης τε μούνον καί πυρός κεχρημένοις.
πάλαι ποτ' ήσαν άλκιμοι Μιλήσιοι.
μηδ' ώστε κύμα πόντιον
λάλαζε, τήι πολυκρότηι
σύν Γαστροδώρωι καταχύδην
πίνουσα τήν επίστιον.
ερέω τε δηύτε κουκ ερέω
καί μαίνομαι κου μαίνομαι.
ο μέν θέλων μάχεσθαι,
πάρεστι γάρ, μαχέσθω.
λίην δέ δή λιάζεις
κου μοκλόν εν θύρηισι διξήισιν βαλών
ήσυχος κατεύδει.
κνυζή τις ήδη καί πέπειρα γίνομαι
σήν διά μαργοσύνην.
εγώ δ' έχων σκύπφον 'Ερξίωνι
τώι λευκολόφωι μεστόν εξέπινον,
στεφάνους δ' ανήρ τρείς έκαστος είχεν,
τούς μέν ροδίνους, τόν δέ Ναυκρατίτην:
κατηρεφέες παντοίων αγαθών
χείρά τ' εν ηγάνωι βαλείν
εγώ δ' απ' αυτής φεύγω ώστε κόκκυξ.
βούλεται απεροπός ημίν είναι:
πλέξαντες μηροίσι πέρι μηρούς
οράν αεί λίην πολλοίσι γάρ μέλεις.
διά δέ δειρήν έκοψε μέσην
κάδ δέ λώπος εσχίσθη
κωμάζει δέ ως άν δεί Διόνυσος,
†μελαμφύλλωι δάφναι χλωράι τ' ελαίαι τανταλίζει
υβρισταί καί ατάσθαλοι καί ουκ ειδότες
εφ' ούς τά βέλη κυκλώσεσθε.
αλιπόρφυρον ρέγος:
άστυ Νυμφέων
επίσταται τυραννικά,
έρωτα πίνων
ήλιε καλλιλαμπέτη
κόρωνα βαίνων
κωτίλη χελιδών
οινηρός θεράπων
οινοπότις γυνή,
ραδινούς πώλους
ρεραπισμένωι νώτωι
σαύλα βαίνειν,
τακερός δ' ''Ερως
φόρτον ''Ερωτος,

Διαβάστε περισσότερα...

Τελέστης - 'Ασκληπιός


ή Φρύγα καλλιπνόων αυλών ιερών βασιλήα,
Λυδόν ός άρμοσε πρώτος
Δωρίδος αντίπαλον μούσας †νομοαίολον ορφναι†
πνεύματος εύπτερον αύραν αμφιπλέκων καλάμοις.
Διαβάστε περισσότερα...

Αγαμηστωρ - Θέτιδος 'Επιθαλάμιος


παιδνώ δ' ούνομα θήκε Πυρίσσοον, αλλ' 'Αχιλήα
Πηλεύς κίκλησκε<ν>, χείλεος είνεκά μιν
κείμενον εν κονίη σποδιή <τ'> ένι πύρ απάμερσε
χείλεος αιθομένοι' απροφάτως ετέρου.
Διαβάστε περισσότερα...

Λάσος - Υμνος εις Δήμητρα τήν εν `Ερμιόνηι


άματρα μέλπω Κόραν τε Κλυμένοι' άλοχον
μελιβόαν ύμνον αναγνέων
Αιολίδ' άμ βαρύβρομον αρμονίαν.
Διαβάστε περισσότερα...

Λαμπροκλής - Ύμνο στην Αθηνά


Παλλάδα περσέπολιν κλήιζω πολεμαδόκον αγνάν
παίδα Διός μεγάλου δαμάσιππον
Παλλάδα περσέπολιν δεινάν θεόν εγρεκύδοιμον
αί τε ποταναίς
ομώνυμοι πελειάσιν αιθέρι κείσθε.

Διαβάστε περισσότερα...

Αριφρων - Ύμνος στην υγεία

Υγίεια βροτοίσι πρεσβίστα μακάρων, μετά σεύ
ναίοιμι τό λειπόμενον βιοτάς, σύ δέ μοι πρόφρων ξυνείης:
ει γάρ τις ή πλούτου χάρις ή τεκέων
ή τάς ισοδαίμονος ανθρώποις βασιληίδος αρχάς ή πόθων
ούς κρυφίοις 'Αφροδίτας έρκεσιν θηρεύομεν,
ή εί τις άλλα θεόθεν ανθρώποισι τέρψις ή πόνων
αμπνοά πέφανται,
μετά σείο, μάκαιρ' `Υγίεια,
τέθαλε καί λάμπει Χαρίτων οάροις:
σέθεν δέ χωρίς ούτις ευδαίμων έφυ.
Διαβάστε περισσότερα...

Αλέξανδρος ο Αιτωλός - Μούσαι

'Αλλ' όγε πευθόμενος πάγχυ Γραικοίσι μέλεσθαι
Τιμόθεον, κιθάρης ίδμονα καί μελέων,
υιόν Θερσάνδρου †τόν ήνεσεν ανέρα σίγλων
χρυσείων ιερήν δή τότε χιλιάδα
υμνήσαι ταχέων τ' '~Ωπιν βλήτειραν οϊστών,
ή τ' επί Κεγχρείω τίμιον οίκον έχει,
. . . . . . . .
μηδέ θεής προλίπη Λητωΐδος ακλέα έργα.
... ως 'Αγαθοκλείος λάσιαι φρένες ήλασαν έξω
πατρίδος. 'Αρχαίων ήν όδ' ανήρ προγόνων,
ειδώς εκ νεότητος αεί ξείνοισιν ομιλείν
ξείνος, Μιμνέρμου δ' †εις έπος άκρον ιών
παιδομανεί σύν έρωτι ποτήν ίσον†: έγραφε δ' ωνήρ
εύ παρ' `Ομηρείην αγλαΐην επέων
πισύγγους ή φώρας αναιδέας ή τινα χλούνην
φλύοντ' ανθηρή σύν κακοδαιμονίη,
οία Συρηκόσιος, καί έχων χάριν: ός δέ Βοιωτού
έκλυεν, Ευβοίω τέρπεται ουδ' ολίγον.
Οί καί επ' 'Ασκανίων δώματ' έχουσι ροών
λίμνης 'Ασκανίης επί χείλεσιν, ένθα Δολίων
υιός Σειληνού νάσσατο καί Μελίης.
`Ο δ' 'Αναξαγόρου τρόφιμος χαού στρυφνός μέν έμοιγε προσειπείν,
καί μισογέλως, καί τωθάζειν ουδέ παρ' οίνω μεμαθηκώς,
αλλ' ό,τι γράψαι τούτ' άν μέλιτος καί Σειρήνων ετετεύχει.

Διαβάστε περισσότερα...

Αλέξανδρος ο Αιτωλός - 'Απόλλων


Παίς `Ιπποκλήος Φοβίος Νειληϊάδαο
έσται ιθαιγενέων γνήσιος εκ πατέρων.
Τώ δ' άλοχος μνηστή δόμον ίξεται: ής έτι νύμφης
ηλάκατ' εν θαλάμοις κάλ' ανελισσομένης
'Ασσησού βασιλήος ελεύσεται έκγονος 'Ανθεύς,
όρκι' ομηρείης πίστ' επιβωσάμενος,
πρωθήβης, έαρος θαλερώτερος: (ουδέ Μελίσσω
Πειρήνης τοιόνδ' αλφεσίβοιον ύδωρ
θηλήσει μέγαν υιόν, αφ' ού μέγα χάρμα Κορίνθω
έσται, καί βριαροίς άλγεα Βακχιάδαις:)
'Ανθεύς `Ερμείη ταχινώ φίλος, ώ έπι νύμφη
μαινάς άφαρ σχήσει τόν λιθόλευστον έρων,
καί έ καθαψαμένη γούνων ατέλεστα κομίσσαι
πείσει: ο δέ Ζήνα Ξείνιον αιδόμενος
σπονδάς τ' εν Φοβίου καί άλα ξυνέωνα θαλίης
κρήναις καί ποταμοίς νίψετ' αεικές έπος.
`Η δ', όταν αρνήται μέλεον γάμον αγλαός 'Ανθεύς,
δή τότε οι τεύξει μητιόεντα δόλον,
μύθοις εξαπαφούσα, λόγος δέ οι έσσεται ούτος:
”Γαυλός μοι χρύσεος φρείατος εκ μυχάτου
νύν όγ' ανελκόμενος διά μέν καλόν ήρικεν ούσον,
αύτως δ' ες Νύμφας ώχετ' εφυδριάδας:
πρός σέ θεών, αλλ' εί μοι, επεί καί πάσιν ακούω
ρηϊδίην οίμον τούδ' έμεναι στομίου,
ιθύσας ανέλοιο, τότ' άν μέγα φίλτατος είης.”
'~Ωδε μέν η Φοβίου Νειλεΐδαο δάμαρ
φθέγξεθ': ο δ' ου φρασθείς από μέν Λελεγήιον είμα
μητρός εής έργον θήσεται 'Ελλαμενής:
αυτός δέ σπεύδων κοίλον καταβήσεται άγκος
φρείατος: η δ' επί οι λιρά νοεύσα γυνή
αμφοτέραις χείρεσσι μυλακρίδα λάαν ενήσει.
Καί τόθ' ο μέν ξείνων πολλόν αποτμότατος
ηρίον ογκώσει τό μεμορμένον: η δ' υπό δειρήν
αψαμένη σύν τώ βήσεται εις 'Αΐδην.
Διαβάστε περισσότερα...

Τέρπανδρος


αμφί μοι αύτις άναχθ' εκατηβόλον αειδέτω φρήν.
Ζεύ πάντων αρχά, πάντων αγήτωρ,
Ζεύ σοί πέμπω ταύταν ύμνων αρχάν.
Διαβάστε περισσότερα...

Υμέναιος (Διθύραμβος)


άλλος δ' άλλαν κλαγγάν ιείς
κερατόφωνον ερέθιζε μάγαδιν
πενταρράβδωι χορδάν αρθμώι
χέρα καμψιδίαυλον αναστρωφών τάχος.
πρώτοι παρά κρατήρας `Ελλάνων εν αυλοίς
συνοπαδοί Πέλοπος Ματρός ορείας
Φρύγιον άεισαν νόμον:
τοί δ' οξυφώνοις πηκτίδων ψαλμοίς κρέκον
Λύδιον ύμνον.
άκατον

Διαβάστε περισσότερα...

Ύμνος στους Ιδαίους Δακτύλους

[Τ]ού[ς]δε Διός φιλ[ότητι μιγείσα]
..ω?ιφνιτην? η[
[τ]ών δ' εξέβλ[υ]ς?ε? θε[λξίνοος] [
εκ παλαμάω[ν], ός πανο[
[Ε]υρύθεος ός πρώτος ε[
[φ]ά?ρμακα αλεξητ[ήρια] [
[π]ρώτος δέ ιάτ[ρ]ευσε [
[Μ]ατρός ορείας δείξαν [
[πρ]ώτος δένδ[ρα] φ[ύτευσε] [
Φοίβου 'Απόλλων?ο[ς] [
[Ε]υρυθέου δέ καί [
[Δ]ιός υέων [
[ακ]ροχέρων, ών καί
[π]άσι θεών είναι κο[
[`Η]φαίστου καί ''Αρ?εος? [
[κ]αί Πανός φιλαγρα[ύλου] [
ακμαίως
[έ]βλ[υ]ς[ε [
[Δ]αμναμένευς τε [
αιθήρ ?[
κλ?ηδών Σιδήναι [
[ο]ύτοι Δάκτυλοί εισιν [ ] οί ]
Μητρός ορείας δείξα[ν] [
καί μιν απειργ?άζοντο εγ?[
[ει]ς Φρυγίας κώμαν [ι]ερ[
καί μιν άγουσ' εις [
[έ]μβαλε μηνίσασα [
[ο]ύνεκά μιν πρ[ο]υφείλομε[ν
ουκ έθελε εκκομίσαι δρυ[ός] [
εις Φρυγίαν ευ.τα.του [
ού[ς] κλέπτων
[π]ράτ[ο]ς δ..η [
........
αίμα λύκων συν?κιρναμένα [
[όρ]γ?ανα χειροτέχνη[ς
Διαβάστε περισσότερα...

Υμνος στο Δικταίο Δία


Στα πλαίσια των εορτασμών για την ετήσια αναγέννηση του Δία στο Δικταίο Αντρο, οι προσκυνητές έψαλαν τον Ύμνο στο Δικταίο Δία.
Σε ανασκαφή στο Παλαίκαστρο βρέθηκε σπασμένη σε πολλά κομμάτια μια επιγραφή με τον Ύμνο του Δικταίου Δία. Στο Παλαίκαστρο όπως και στην Πραισό υπήρχαν ιερά που κατά πάσα πιθανότητα τελούσαν υπό την αιγίδα του κεντρικού ιερού σπηλαίου της Ανατολικής Κρήτης όπου ο μύθος θέλει να γεννήθηκε ο Δίας, το Δικταίο Άντρο.

Η επιγραφή που σήμερα βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου χρονολογείται τον 2ο-3ο μ.Χ. αιώνα αν και λαμβάνοντας υπ’ όψη την εκφορά της γλώσσας πρόκειται για παλιότερο κείμενο πιθανώς του 4ου-3ου π.Χ. αιώνα που και αυτό με τη σειρά του βασίζεται σε ακόμα παλιότερο ύμνο που δεν σώζεται.

Σύμφωνα με τον καθηγητή κλασικής Αρχαολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Μιχ. Τιβέριο τον ύμνο αυτό έψαλλαν νέοι, γυμνοί, χορεύοντας οργιαστικά και κρούοντας τις χάλκινες ασπίδες τους μιμούμενοι τους μυθικούς Κουρήτες, που φύλαγαν το θείο βρέφος καλύπτοντας το κλάμα του από τον πατέρα του Κρόνο με δυνατούς θορύβους χορεύοντας και χτυπώντας τις ασπίδες τους.

Σύμφωνα με τον Μιχ. Τιβέριο τα παραπάνω γίνονταν στα πλαίσια τελετών μύησης νέων, που από έφηβοι γίνονταν άντρες. Αντίστοιχες τελετές γίνονταν και σε άλλες περιοχές του Δωρικού κόσμου για τις οποίες σώζονται γραπτές αναφορές.


Αρχαίο Κείμενο
Ιώ. Μέγιστε Κούρε,
χαίρε μοι Κρόνειε,
παγκρατές γάνους, βέβακες
δαιμόνων αγώμενος.
Δίκταν ές ενιαυτόν
έρπε και γέγαθι μολπά
ταν τοι κρέκομεν πακτίσι
μείξαντες αμ΄ αυλοίσιν,
και στάντες αείδομεν τεόν
αμφί βωμόν ευερκή.

Ιώ, Μέγισ[τε] Κούρε
χαίρε μοι Κρόνειε
παγκρα[τές γάνους, βέβακες]
δαιμόνων αγώμενος.
Δίκταν ές ενι[αυτόν
έρπ]ε και γέγαθι μολπά.
Ενθα γαρ σε, παίδ' άμβροτον,
ασπιδ[ηφόροι τροφήες]
παρ' Ρέας λαβόντες πόδα
κ[ρούοντες αντέκρυψαν] .

Ιώ. Μέγιστε Κούρε,
χαίρε μοι Κρόνειε,
παγκρατές γάνους, βέβακες
δαιμόνων αγώμενος.
Δίκταν ές ενιαυτόν
έρπε και γέγαθι μολπά.
..........................................
..........................................
..........................................
...................τα]ς καλάς Αούς.

[Ιώ. Μέγιστε Κούρε,
χαίρε μοι Κ]ρόνειε,
παγκρατές γάν[ους, βέβακες
δαιμόνω]ν αγώμενος
Δίκταν ές ενι[αυτόν.
έρπε κα]ι γέγαθι μολπά.
[Ωραι δε β]ρύον κατήτος
και βροτούς Δίκα κατήχε
[άλλα τε θνατ΄ ‘αμφ]επε ζω
α φίλολβος Ειρήνα.

[Ιώ. Μέγιστε Κούρε,
χαίρε μοι Κρόνειε],
παγκρατές γάν[ους, βέβακες
δαιμόνων αγώ]μενος
Δίκταν ες ε[νιαυτόν.
έρπε και γέ]γαθι μολπά.
Α[μών θόρε κ΄ ες δέ]μνια
και θορ΄ εύποκ΄ ες [ποίμνια
κ΄ ες λήϊ]α καρπών θόρε
κ΄ ες τελεσφ[όρους αύρας].

Ιώ. Μέγιστε Κούρε,
χαίρε μοι Κρ[όνειε],
παγκρατές γάνους, βέβακες
[δαιμό]νων αγώμενος
Δίκταν ες ενι[αυτόν].
έρπε και γέγαθι μολπά.
[Θόρε κ΄ ες] πόληας αμών
θόρε κ΄ ες ποντοπόρας νάας
Θόρε κ΄ ες ν[έους πο]λείτας
Θόρε κ΄ ες Θέμιν κλ[ειτάν.

Ιώ. Μέγιστε] Κούρε,
χαίρε μοι Κρ[όνειε],
παγκρατές γάνους, βέβακ[ες
δαιμόνων αγ]ώμενος
Δίκταν ες ενι[αυτόν.
έρπε και γέγαθι] μολπά.






Μετάφραση
Βοήθα Μέγιστε Κούρε, καλώς ήλθες
γιέ του Κρόνου, Παντοδύναμε και λαμπρότερε από τους άλλους (θεούς).
Συνοδευόμενος από τους Δαίμονες (Κουρήτες), έρχεσαι κάθε χρόνο στη Δίκτη και ψάλλομε τον ΄ύμνο σου κτυπώντας τις άρπες, συγχωνεύοντας τον ήχο τους, με τον ήχο των αυλών, και ψάλλομε αυτόν γύρω από το βωμό σου, τον περιφραγμένο καλά.

Βοήθα Μέγιστε Κούρε, καλώς ήλθες
γιε του Κρόνου, Παντοδύναμε και λαμπρότερε από τους άλλους (θεούς).
Συνοδευόμενος από τους Δαίμονες (Κουρήτες), έρχεσαι κάθε χρόνο στη Δίκτη και ψάλλομε τον ΄ύμνο σου .
Διότι εδω (σαυτόν τον τόπο) εσένα, θεϊκό παιδί,  Οι ασπιδοφόροι ανατροφείς Σου, Σε παρέλαβαν από τη Ρέα, χτυπώντας τα πόδια τους με θόρυβο, Σε εκρυψαν σε αλλο μέρος (απεναντι).
(Εδώ πιθανον να εχουμε την Δίκτη και ενταντι τη Ιδη.)

Βοήθα Μέγιστε Κούρε, καλώς ήλθες
γιε του Κρόνου, Παντοδύναμε και λαμπρότερε από τους άλλους (θεούς).
Συνοδευόμενος από τους Δαίμονες (Κουρήτες), έρχεσαι κάθε χρόνο στη Δίκτη και ψάλλομε τον ΄ύμνο σου .

 .............τις καλες ημέρες.

Βοήθα Μέγιστε Κούρε, καλώς ήλθες
γιέ του Κρόνου, Παντοδύναμε και λαμπρότερε από τους άλλους (θεούς).
Συνοδευόμενος από τους Δαίμονες (Κουρήτες) έρχεσαι κάθε χρόνο στη Δίκτη και ψάλλομε τον ΄ύμνο σου .
Την εποχή των βρύων, κατά την οποία
δικαιοσύνη κατέχει τους ανθρώπους,
αλλά και στεφανώνω την ευδαίμονα Ειρήνη.

Βοήθα Μέγιστε Κούρε, καλώς ήλθες
γιέ του Κρόνου, Παντοδύναμε και λαμπρότερε από τους άλλους (θεούς).
Συνοδευόμενος από τους Δαίμονες (Κουρήτες),έρχεσαι κάθε χρόνο στη Δίκτη .και ψάλλομε τον ΄ύμνο σου .
Βοήθησε να αυξάνεται η οικογένεια.
και πλούσια μαλλιά να έχουν τα πρόβατα ,
και πολύ καρπό τα σπαρτά, και ευνοϊκοί άνεμοι στα ταξίδια που πραγματοποιούνται.

Βοήθα Μέγιστε Κούρε, καλώς ήλθες
γιέ του Κρόνου, Παντοδύναμε και λαμπρότερε από τους άλλους (θεούς).
Συνοδευόμενος από τους Δαίμονες (Κουρήτες), έρχεσαι κάθε χρόνο στη Δίκτη και ψάλλομε τον ΄ύμνο σου .
Βοήθα τις πόλεις και τα πλοία που πλέουν στους πόντους.
Βοήθα να έχει αρκετούς νέους η πόλη,
βοήθα και την δικαιοσύνη στην ένδοξο πόλη.

Βοήθα Μέγιστε Κούρε, καλώς ήλθες
γιέ του Κρόνου, Παντοδύναμε και λαμπρότερε από τους άλλους (θεούς).
Συνοδευόμενος από τους Δαίμονες (Κουρήτες), έρχεσαι κάθε χρόνο στη Δίκτη και ψάλλομε τον ΄ύμνο σου .



Διαβάστε περισσότερα...

Δελφικός ύμνος στον Απόλλωνα

Οι Δελφικοί Ύμνοι αποτελούν το μεγαλύτερο τμήμα από τα ελάχιστα δείγματα αρχαίας Ελληνικής μουσικής. Πρόκειται για δύο ύμνους αφιερωμένους στον θεό Απόλλωνα που βρίσκονται χαραγμένοι σε μάρμαρο στο Θησαυροφυλάκιο των Δελφών. Πιθανή χρονολογία είναι το 138 ή 128 π.κ.χ. και εκδόθηκαν σε βιβλίο το έτος 1893-94. Ο Παιάνας των Δελφών του έτους 138 π.κ.χ. είναι εξαιρετικό δείγμα εφαρμογής του Τετράχορδου.


Αρχαίο Κείμενο
Τον κιθαρίσει κλυτόν παίδα μεγάλου Διός, ός αίσι μα παρ' ακρονιφή τόνδε πάγον αμβρότων εκ μυχών πάσι θνατοίς προφαίνεις, σε κελαδήσομεν, τρίποδα μαντείον ως είλες, εχθρός ών εφρούρει δράκων, ός τέοισι βέλεσιν έτρησας αίολον ελικτάν φυάν, έσθ' ο θήρ συχνά συρίγμαθ' ιείς αθώπευθ' απέπνευς όμως πρών δέ Γαλατάων Άρης... Κέκλυθ' Ελικώνα βαθύδενδρον αί λάχετε Διός εριβρόμου θύγατρες ευώλενοι, μόλετε, συνόμαιμον ίνα Φοίβον ωιδάεισι μέλψητε χρυσεοκόμαν, ός ανά δικόρυνθα Παρνασσίδος ταάσδε πέτερας έδρανα μετά κλυταίεις Δελφίσιν, Κασταλίδος ευύδρου νάματ' επινίσσεται Δελφόν ανά πρωώνα μαντείον εφέπων πάγον. Ανακλυτά μεγαλόπολις Αθίς, ευχαίσι φερόπλοιο ναίουσα Τριτωνίδος δάπεδον άθραυστον αγίοις δε βωμοίσιν Άφαιστος αείθει νέων μήρα τάουρων, ομού δε νιν Άραψ ατμός ές Όλυμπον ανακίδναται λιγύ δέ Λωτός βρέμων αιόλοις μέλεσιν ωδάν κρέκει, χρυσέα δ' αυδύθρους κίθαρις ύμνοισιν αναμέλπεται ο δέ θέρων πρόπας εσμός Αθθίδα λαχών.
Μετάφραση
Όλο το πλήθος των ποιητών, κάτοικοι της Αττικής, τραγουδούν την δόξα σου, Θεέ, φημισμένε κιθαρωδέ. γιέ του μεγάλου Δία, πλάι σ' αυτή την χιονοστεφανωμένη κορυφή, εσύ που αποκαλύπτεις στους θνητούς τους αιωνίους και αλάθητους χρησμούς. Τραγουδούν που κατέκτησες τον προφητικό τρίποδα, που φυλαγόταν από άγριο δράκοντα, όταν με τα βέλη σου διαπέρασες το κουλουριασμένο τέρας, που, αφού σύρριξε τρομακτικά, ξεψύχησε. Και τραγουδούν πως οι Γαλατικές ορδές, με την ιερόσυλη ασέβειά τους, ενώ προσπαθούσαν να περάσουν... Άφησέ μας να φύγουμε, γιέ, πολεμόχαρε βλαστέ. Ακούστε με, εσείς που κατέχετε τον βαθύδασο Ελικώνα, αρματωμένες κόρες του μεγαλόπρεπου Διός! Πετάξτε να ξεγελάσετε με τα λόγια σας τον αδελφό σας τον χρυσόμαλλο Φοίβο, που στις δίδυμες κορυφές του βράχου του Παρνασσού, με την συνοδεία λαμπρών Δελφικών παρθένων ξεκινά για τα κρυστάλλινα ρεύματα της Κασταλίας, διασχίζοντας στο Δελφικό ακρωτήρι την προφητική κορυφή. Πέρα από την ένδοξη Αττική, έθνος της σπουδαίας πόλεως που χάρι στις προσευχές του Τριτωνίδη πολεμιστή, κατέχει μια λοφοπλαγιά προστατευμένη από κάθε κακό. Στους ιερούς βωμούς ο Ήφαιστος αφιερώνει μηρούς ιερών ταύρων. Μαύρος καπνός μέσα από τις φλόγες ανεβαίνει προς τον Όλυμπο. Το διαπεραστικό θρόϊσμα των λωτών μουρμουρίζει το τραγούδι τους και η χρυσή, γλυκόηχη κιθάρα απαντά στις φωνές των ανθρώπων.








Διαβάστε περισσότερα...

Κλεάνθους - Ύμνος στο Δία

Αρχαίο Κείμενο
Κύδιστ’ αθανάτων, πολυώνυμε, παγκρατές αεί Ζεύ φύσεως αρχηγέ, νόμου μέτα πάντα κυβερνών, χαίρε σέ γάρ πάντεσσι θέμις θνητοίσι προσαυδάν. Έκ σου γάρ γένος είσ' ήχου μίμημα λαχόντες μούνοι, όσα ζώει τε και έρπει θνήτ' έπί γαίαν τω σε καθυμνήσω και σον κράτος αίέν άείσω. σοι δή πάς όδε κόσμος, έλισσόμενος περί γαιαν, πείθεται, ή κεν άγης και εκών υπό σείο κρατείται τοίον έχεις υποεργόν άνικήτοις ύπό χερσίν άμφήκη, πυρόεντα άειζώοντα κεραυνόν του γάρ ύπό πληγήις φύσεως πάντ' έργα τελείται• ώ σύ κατευθύνεις κοινόν λόγον, ος διά πάντων φοιτά, μιγνύμενος μεγάλοις μικροίς τε φάεσσι ώ σύ τόσσος γεγαώς ύπατος βασιλεύεις διά παντός. Ούτέ τι γίγνεται έργον έπί χθονί σού δίχα δαίμον ούτε κατ' αίθέριον θείον πόλον, ούτε ένι πόντω, πλην όπόσα ρέζουσι κακοί σφεταίραισιν άνοίαις' άλλα σύ και τά περισσά έπίσταται άρτια, θείναι και κοσμείν τάκοσμα και ού φίλα σοι φίλα εστίν, ώδε γάρ είς έν πάντα συνήρμοκας έσθλά κακοίσι, ώσθ' ένα γίγνεσθαι πάντων λόγον αίέν έόντα, δν φεύγοντες έώσι δσσι θνητών κακοί είσι δύσμοροι, οι τ' αγαθών μέν άεί κτήσιν ποθέοντες ουτ' έσορώσι θεού κοινόν νόμον, ούτε κλύουσιν, ώ κεν πειθόμενοι σύν νώ βίον έσθλόν έχοιεν αυτοί δ' αύθ' όρμώσιν όνοι κακόν άλλος έπ' άλλο, οί μέν υπέρ δόξης σπουδήν δυσέριστον έχοντες, οι δ' έπί κερδοσύνας τετραμμένοι ούδένι κόσμω, άλλοι δ' είς άνεσιν καί σώματος ηδέα έργα, άλλα κακοίς έπέκυρσαν, έπ' άλλοτε δ' άλλα φέρονται σπεύδοντες μάλα πάμπαν εναντία τώνδε γενέσθαι. Άλλα Ζεύ πάνδωρε κελαινεφές, άργικέραυνε, ανθρώπους μέν ρύου, άπειροσύνης άπό λυγρής ην σύ πάτερ σκέδασαν ψυχής άπο, δός δέ κυρήσαι γνώμης ή πίσυνος σύ δίκης μετά πάντα κυβερνάς οφρ' άν τιμηθέντες άμειβώμεσθά σε τιμή, ύμνούντες τά σά έργα διηνεκές, ώς έπέοικε θνητόν έόντ' έπεί ούτε βροτοίς γέρας άλλο τι μείζον ούτε θεοίς, ή κοινόν άεί νόμον έν δίκη ύμνείν.
Μετάφραση
Των Αθανάτων όλων ενδοξώτερε, πολυώνυμε και αιώνιε Παντοκράτορα Ζεύ, της φύσεως αρχηγέ που τα πάντα κυβερνάς με το Νόμο, χαίρε ! Γιατί σε εσένα πρέπει να απευθύνονται όλοι οι θνητοί. Γιατί από εσένα βαστάει η γενιά μας και εσύ είσαι που εδώρισες τη λαλιά μόνο σε εμάς από όσα θνητά ζούν και κινούνται επάνω στη γή μας. Για αυτό θα σε δοξάζω και πάντα την ισχύ σου θα υμνώ. Σ’εσένα υπακούει όλος ο Κόσμος που γύρω από την γή γυρίζει, όπου κι αν τον πάς,και με τη θέλησή του από εσένα κυβερνάται. Και στ’ανίκητά σου χέρια όπλο κρατείς δίκοπο, πυρόεντα και αιώνια ζωντανό τον κεραυνό απ’του οποίου το κτύπημα γεννιούνται τα πάντα στη Φύση. Μ’ αυτόν κατευθύνεις τον Παγκόσμιο Νόμο, ο οποίος εγκατοικεί στα πάντα και τα φωτίζει με μικρές ή μεγάλες λάμψεις. Εσύ ο μέγας, ύπατος και αιώνιος βασιλεύς που τίποτε επάνω στην γη, σοφέ Θεέ, δεν γίνεται δίχως εσένα ούτε στων ουρανών την αιθέρια άκρη, ούτε στις θάλασσες, εκτός από τα έργα των κακών για τα οποία η ανοησία τους ευθύνεται. Εσύ όμως και τα πράγματα μπορείς να αλλάζεις και να κοσμείς τα άκοσμα και ό,τι σ’εχθρεύεται να τ’αγαπάς Γι’ αυτό και συνένωσες αρμονικά σε συμφωνία τα καλά και τα κακά ώστε ένας να είναι ο Νόμος ο Αιώνιος που από αυτόν απομακρύνονται και τον προσβάλλουν όσοι από τους θνητούς είναι κακοί. Οι δύσμοιροι ! που μόνο τα επίγεια αγαθά ποθούνε και δεν κατανοούν τον θεϊκό Παγκόσμιο Νόμο, μήτε τον ακούνε παρά το ότι αν το ‘καναν, θ’απολάμβαναν βίον ευτυχισμένο. Μα αυτοί από άθλιες επιθυμίες παρασύρονται πότε στη μία αισχρότητα και πότε στην άλλη, οι μεν, έχοντες μανία για γρήγορη και ματωμένη δόξα οι δε, στρεφόμενοι σε άκοσμες κερδοσκοπίες και άλλοι σε πολυτέλειες και σε φιληδονίες. Αλλά Ζεύ, εσύ πολύδωρε, κεραυνοφόρε κάτοικε των σκοτεινών νεφών τους ανθρώπους σώσε από την ελεεινή τους αμάθεια και σκόρπισέ την μακριά από την ψυχή μας χαρίζοντάς μας επίσης την σοφία στην οποία εσύ βασίζεσαι και με Δικαιοσύνη τα πάντα κυβερνάς. Την τιμή αυτή αν μας κάνεις όμοια εμείς θ’ανταποδώσουμε υμνώντας στο διηνεκές τα έργα Σου όπως εμείς οι θνητοί οφείλουμε διότι μήτε γι’ ανθρώπους μήτε για Θεούς υπάρχει μεγαλύτερη τιμή από το να υμνούν, όπως είναι δίκαιο, τον Παγκόσμιο Νόμο.
Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Λικύμνιος

λιπαρόμματε μάτερ υψίστα θρόνων
σεμνών 'Απόλλωνος βασίλεια ποθεινά
πραΰγελως `Υγίεια
μυρίαις παγαίς δακρύων αχέων τε βρύει,
'Αχέρων άχεα πορθμεύει βροτοίσιν.
''Υπνος δέ χαίρων
ομμάτων αυγαίς, αναπεπταμένοις
όσσοις εκοίμιζεν κόρον.
Διαβάστε περισσότερα...